Κατηγορίες
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

ΤΕΧΝΕΣ

Προβληματισμοί για την παρέμβασή μας στη σύγχρονη Τέχνη

Διανύουμε μια περίοδο παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, μια περίοδο έντονων ανταγωνισμών και συγκρούσεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Σε αυτήν την απαιτητική περίοδο, όπως τονίζεται και στο κείμενο των Θέσεων, χρειάζεται από όλους μας και από τον καθέναν ξεχωριστά ιδιαίτερη προσπάθεια για τη συνολική εξέλιξη, την ιδεολογικοπολιτική ενίσχυση και την ενεργό δράση. Το παρόν κείμενο προτίθεται να εκφράσει κάποιους προβληματισμούς σχετικά με τον ρόλο του Πολιτισμού και ειδικότερα της Τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία, όπως και να τονίσει τη σημασία της κομματικής και καλλιτεχνικής μας δραστηριότητας στις παρούσες συνθήκες.

Η Τέχνη κατέχει σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια και τη διαμόρφωση της αισθητικής, της κριτικής σκέψης, της κοινωνικής αντίληψης. Αποτελεί μέσο έκφρασης, αντίστασης ή διαμαρτυρίας. Μπορούμε να αναρωτηθούμε πώς θα συμβάλουμε μέσα από την Τέχνη μας στον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό, πώς συνομιλεί το έργο μας με το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και με ποιους τρόπους θα συνεισφέρουμε στην επίτευξη του κοινωνικού ρόλου της Τέχνης. Ερωτήματα χρήσιμα να τα σκεφτούμε ως εικαστικοί, αλλά και ως ενεργά μέλη του Κόμματος. Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη σήμερα; Τι μουσεία έχουμε; Ποια έργα κοσμούν τους δημόσιους χώρους; Σε ποιους απευθύνεται η σύγχρονη Τέχνη και πώς προωθείται στο ευρύτερο κοινό; Ποια είναι η σχέση της με την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία γενικά;

Ο Πολιτισμός αποτελεί έναν από τους κύριους τομείς δραστηριοποίησης της αστικής τάξης. Μπαίνει στο επίκεντρο της κυρίαρχης ατζέντας και συχνά γίνεται εργαλείο ενίσχυσης των εκάστοτε πολιτικών ή οικονομικών στόχων. Αυτό αντανακλάται στη μόδα, στον τρόπο διασκέδασης, στις τέχνες, στην ανάπτυξη των πόλεων και των δημόσιων χώρων τους. Δημιουργούνται νέες τάσεις στην αγορά, καθοδηγείται ο τρόπος ζωής και διαμορφώνονται αντιλήψεις με κύριο στόχο την αύξηση της κατανάλωσης και του κέρδους.

Η εμπορευματοποίηση και εργαλειοποίηση της Τέχνης δεν είναι καινούργια, όμως χρειάζεται να δούμε πώς λειτουργεί στις μέρες μας. Καλλιεργείται και προωθείται μια συγκεκριμένη κουλτούρα, ιδιαίτερα από τα Ιδρύματα Πολιτισμού, που ακολουθεί συγκεκριμένες πολιτικές γραμμές, όσο καλυμμένα ή απροκάλυπτα μπορεί να γίνεται αυτό. Οι θεματικές που προτείνουν ασχολούνται με κοινωνικά ζητήματα, τα οποία τοποθετούνται έξω από το ταξικό τους υπόβαθρο και κινούνται στη σφαίρα ενός «απολιτίκ» προοδευτισμού, απομονώνονται από τις υπόλοιπες κοινωνικές διεκδικήσεις, αυτονομούνται και ορίζονται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνθήκη. Ταυτόχρονα, εντείνεται η παρέμβαση στη διαμόρφωση και εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, στην ανάπλαση των γειτονιών της πόλης. Θα μπορούσαμε να πούμε πως βρίσκονται σε μια διαδικασία «παραγωγής πολιτισμού», ιδιαίτερα από τη στιγμή που κατέχουν και προωθούν μια εικόνα πρωτοπορίας στον τομέα αυτόν.

Από την άλλη μεριά, ο καλλιτέχνης είναι αναγκασμένος να ενσωματώνεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είτε από την ανάγκη να είναι «μέσα στα πράγματα», να είναι ενεργός, να αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική του αξία, είτε με την προσδοκία να αποκτήσει μια θέση στο «χρηματιστήριο» της Τέχνης. Πράγμα φυσικό και θεμιτό, από τη στιγμή που χρειάζεται να βιοποριστεί και έχει την πηγαία ανάγκη να επικοινωνήσει το έργο του στο κοινό, να συνομιλήσει με την υπόλοιπη καλλιτεχνική κοινότητα. Το ζήτημα είναι αν και κατά πόσο είναι συνειδητοποιημένος ως προς τον ρόλο που καλείται να παίξει.

Η θέση του καλλιτέχνη στην Ελλάδα σήμερα μοιάζει αρκετά υποβαθμισμένη, παρότι βρισκόμαστε σε μια φαινομενική «πολιτισμική έξαρση». Οι καλλιτέχνες βρίσκονται αντιμέτωποι με πολλές δυσκολίες. Η Τέχνη απευθύνεται στους λίγους. Λίγοι μπορούν να την αποκτήσουν, να την απολαύσουν, και λίγοι μπορούν εν τέλει να την παράγουν. Ας σκεφτούμε πόσο κοστίζει σε μια οικογένεια να επισκεφτεί ένα μουσείο, ή πόσο κοστίζει το εισιτήριο για τον κινηματογράφο και το θέατρο. Πόσοι άνθρωποι αποκλείονται έτσι από την παιδεία, την ενημέρωση, την ψυχική ανάταση, τον στοχασμό; Πόσοι καλλιτέχνες μπορούν να δημιουργήσουν απερίσπαστοι και να βιοποριστούν αποκλειστικά από το έργο τους, να αντεπεξέλθουν στις αυξανόμενες οικονομικές υποχρεώσεις και πόσοι ακόμα έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν εργαστήρια, να παράγουν καλλιτεχνικό έργο ή να εκθέσουν απλά το έργο τους;

Στις συνθήκες που ζούμε, λοιπόν, πρέπει να στοχαστούμε για την ισχυροποίηση της δράσης μας, αλλά και τη συσπείρωση περισσότερων καλλιτεχνών γύρω από τη δράση αυτή. Πέρα από τη συνεπή μελέτη, η οποία είναι αδιαπραγμάτευτη συνθήκη για την εξέλιξη κάθε κομματικού μέλους, την ισχυροποίηση της ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης και της κινηματικής δράσης, θα πρέπει να δώσουμε βάρος σε μια καθολική προσέγγιση της σύγχρονης Τέχνης. Να ενημερωνόμαστε για τις τάσεις που κυριαρχούν, να συμμετέχουμε στις διαδικασίες διαμόρφωσης του πολιτισμού, να αναπτύσσουμε δεσμούς με τους συναδέλφους, να δίνουμε το «παρών» σε εγκαίνια εκθέσεων, να συμμετέχουμε οι ίδιοι, να είμαστε γενικά παρόντες στον χώρο. Η δράση μας πρέπει να ενισχυθεί με τη διοργάνωση ημερίδων, συζητήσεων και εικαστικών εργαστηρίων, με τη συμμετοχή ατόμων καταξιωμένων στον εικαστικό χώρο αλλά και στην Ιστορία της Τέχνης, με την κατάλληλη θεωρητική κατάρτιση, με εμπειρία στις διαλέξεις και στην επιμέλεια εκθέσεων. Επίσης, να παρακολουθούμε συστηματικά τις συζητήσεις που ανοίγονται από τα ιδρύματα Πολιτισμού και τους «πρωτοπόρους» στον χώρο της Τέχνης σήμερα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να συζητάμε αυτά τα ζητήματα, να τα επεξεργαζόμαστε και να κατέχουμε έναν οργανωμένο λόγο απέναντι στις διαδικασίες που διεξάγονται στον τομέα του Πολιτισμού, να μπορούμε να ανταποκριθούμε, να ανοίξουμε τη συζήτηση. Τέλος, είναι σημαντική η διοργάνωση εκθέσεων με υψηλού επιπέδου επιμέλεια, με θεματικές που απασχολούν τον σύγχρονο καλλιτέχνη, τη σύγχρονη κοινωνία, την κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε.

Ολα τα παραπάνω μπορούν να συμβάλουν να ανοίξει ο δρόμος για την επαφή με συναδέλφους εικαστικούς, να δημιουργηθεί ένα γόνιμο έδαφος για πολιτική συζήτηση, για διεκδικήσεις και κινηματική δράση. Αν δεν αναπτυχθούν στενοί δεσμοί με τους συναδέλφους αλλά και μεταξύ των μελών της ΚΟΒ, αν δεν ανοιχτούν συζητήσεις για το εικαστικό έργο και τον κοινωνικό προβληματισμό, δεν μπορεί να σχηματιστεί καθαρή εικόνα για το τι συμβαίνει σήμερα, ούτε να ασκηθεί επιρροή, αλλά ούτε και να αυξηθεί η συμμετοχή σε συνελεύσεις ή σε μελλοντικούς αγώνες και διεκδικήσεις. Υπάρχουν αυτοί οι συνάδελφοι, προβληματίζονται, δυσκολεύονται, θέλουν να είναι ενεργοί. Ο αριθμός των οργανωμένων εικαστικών είναι μικρός και ο διαθέσιμος χρόνος είναι περιορισμένος. Αυτά από μόνα τους αποτελούν ζητήματα ως προς την επίτευξη των στόχων. Παρ’ όλα αυτά, χρειάζεται συνολική προσπάθεια για την ενίσχυση της δράσης μας. Είναι καιροί κατάλληλοι και ευνοϊκοί για κριτική, δράση, αντίσταση, εικαστική έκφραση και προβληματισμό. Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα ενεργό και ισχυρό παρόν που θα μπορεί να επηρεάσει και να δημιουργήσει το μέλλον.

Γιασεμή Ράπτη
Αθήνα

Πηγή : Ριζοσπάστης 15 – 1 – 2026

 

Μουσική

Το κονσέρτο του Αρανχουέθ – Η μουσική της αγωνίας και της ελπίδας

Δημήτρης Στεφανάκης

Δευτέρα, 05/01/2026 10:18

 31  Tweet

Ελεγεία και έπος σε μια βιβλική σύνθεση

Το κονσέρτο του Αρανχουέθ - Η μουσική της αγωνίας και της ελπίδας

Ο Χοακίν Ροδρίγο (1901-1999) πατώντας στα βήματα του Ντβόρζακ, του Μπάρτοκ, του Μπραμς και του Στραβίνσκι είδε τη μουσική σαν ενιαία επικράτεια αξιοποιώντας τις κλασικές σπουδές του αλλά και την ανεξάντλητη φλέβα της λαϊκής μουσικής. Ακολουθώντας ένα εντελώς προσωπικό δρόμο διαμόρφωσε το νεοκλασικό ύφος για το οποίο είναι πλέον γνωστός ο τυφλός Ισπανός συνθέτης του περίφημου κονσέρτου του Αρανχοιυέθ (1939), γραμμένου για κιθάρα. Αυτό που ίσως δεν είναι πολύ γνωστό είναι ότι το κονσέρτο αυτό το συνέθεσε εξ ολοκλήρου στο πιάνο, καθώς ο ίδιος ήταν πιανίστας, συνθέτοντας σε Braille και υπαγορεύοντας μέτρο προς μέτρο τις νότες και τη ρυθμική αγωγή σε έναν αντιγραφέα καθώς και τις σχετικές οδηγίες ενορχήστρωσης.

Ο τίτλος του κονσέρτου παραπέμπει στους κήπους του βασιλικού παλατιού του Αρανχουέθ, του οποίου η κατασκευή ξεκίνησε το 1587. Το παλάτι βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα νότια της Μαδρίτης και λειτουργεί ως εαρινό θέρετρο. Εκεί πέρασαν το μήνα του μέλιτος ο Χοακίν Ροδρίγο και η σύζυγός του Βικτόρια Καμχί, επίσης πιανίστρια. Την εποχή εκείνη η Βικτόρια περίμενε παιδί αλλά η εγκυμοσύνη δεν είχε αίσιο τέλος και η Βικτόρια, που τελικά απέβαλε, κινδύνευε σοβαρά να χάσει και τη ζωή της. Ο Χοακίν Ρονδρίγο βρέθηκε σε απόγνωση θρηνώντας για το χαμό του παιδιού ενώ την ίδια στιγμή αγωνιούσε για τη ζωή της συζύγου του. Μόλις το 1986 η Βικτόρια Καμχί αποκάλυψε αυτή τη βιογραφική σκηνή όπως μελοποιήθηκε στο Adagio του κομματιού. Ο παλμός αυτής της κίνησης εκπορεύεται από τον εύθραυστο καρδιακό παλμό της εγκύου όσο και από την ισχνή ελπίδα για τη σωτηρία της μετά την κάθε άλλο παρά ομαλή εγκυμοσύνη της. Στην πιανιστική ερμηνεία του έργου η συνοδεία στο αριστερό χέρι δηλώνει αυτή την ευθραυστότητα. Η μελωδία στο δεξί χέρι, αποτυπώνει την ικεσία του συνθέτη προς τον Θεό και το κλάμα του στη δύσκολη εκείνη ώρα.

«Το κονσέρτο του Αρανχουέθ» γραμμένο σε μια ζοφερή ιστορική συνθήκη για την Ισπανία, με το τέλος του εμφυλίου και την επικράτηση του Φρανκισμού, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως κραυγή αγωνίας για τα ιστορικά συμφραζόμενα.

Ο Μάιλς Ντέιβις που διασκεύασε το δεύτερο μέρος του έργου σε αριστουργηματικό τζαζ έπος υπό τον τίτλο «Scetches of Spain» ανέφερε τα εξής: «Αυτή η μελωδία είναι τόσο δυνατή ώστε στο φόρτε της να ηχεί απαλά αλλά όταν την ερμηνεύεις απαλά να αποκτά μια παράξενη ένταση».

Παραθέτουμε τρεις εκδοχές της μνημειώδους αυτής σύνθεσης. Η πρώτη όπως ερμηνεύεται στο πιάνο από τον ίδιο τον συνθέτη, η δεύτερη με σολίστα τον Πάκο ντε Λουτσία και η τρίτη με τον Μάιλς Ντέιβις στην περίφημη τζαζ διασκευή.

Διαβάστε το «ΦΩΣ» καθημερινά στον υπολογιστή σας

Ακολουθήστε το ΦΩΣ στο Facebook και στο Instagram

Όλα τα φύλλα της εφημερίδας, από το 1958 μέχρι σήμερα με σημαντικά αθλητικά γεγονότα, μπορείτε να τα προμηθευτείτε τώρα σε προνομιακή τιμή από το eshop μας

Πηγή : fosonline.gr

:

ΜΟΥΣΙΚΗ

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Πώς ο Σεζάν άλλαξε την ιστορία της ζωγραφικής

Αναδρομή στο έργο και τη σημασία του κορυφαίου Γάλλου ιμπρεσιονιστή

Σεζάν

Αργυρώ Μποζώνη15.5.2022 | 09:19

 0

Σε τέσσερις δεκαετίες καριέρας, ο Σεζάν φιλοτέχνησε περίπου διακόσιους πίνακες με νεκρές φύσεις, δοκιμάζοντας διαρκώς την ακριβή πινελιά για να προκαλέσει τα συναισθήματα και τις αισθήσεις. Πρόκειται για έναν γίγαντα της ιστορίας της τέχνης, που η τέχνη του μέχρι σήμερα παραμένει καίριας σημασίας. 

Είναι σχεδόν αστείο να αναλογιστεί κάποιος σήμερα ότι πριν από έναν αιώνα η Tate απέρριψε τις πρώτες προσφορές για δωρεές πινάκων του Σεζάν γιατί ήταν «πολύ μοντέρνοι». Λίγα χρόνια αργότερα ένας φωτισμένος διευθυντής της Tate περιέλαβε τον Σεζάν ανάμεσα στους καλλιτέχνες που θα μπορούσαν να αποκτηθούν για την εθνική συλλογή, έτσι η η Tate έγινε το πρώτο εθνικό δημόσιο μουσείο στο Ηνωμένο Βασίλειο που κατείχε πίνακες του Σεζάν το 1924. 

Σε τέσσερις δεκαετίες καριέρας, ο Σεζάν φιλοτέχνησε περίπου διακόσιους πίνακες με νεκρές φύσεις, δοκιμάζοντας διαρκώς την ακριβή πινελιά για να προκαλέσει τα συναισθήματα και τις αισθήσεις. Πρόκειται για έναν γίγαντα της ιστορίας της τέχνης, που η τέχνη του μέχρι σήμερα παραμένει καίριας σημασίας. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΤα τέλεια φρούτα των 35 εκατομμυρίων και οι ιδιοτροπίες του Πολ Σεζάν

Ο Σεζάν χάραξε ένα πρωτοποριακό μονοπάτι για τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών. Η σύνθετη προσέγγιση των θεμάτων του τον έκανε να ξεχωρίσει μέσα στον κύκλο των ιμπρεσιονιστών γι’ αυτό και δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι συνάδελφοί του καλλιτέχνες ήταν από τους πρώτους που αναγνώρισαν την αξία των ιδιότυπων και ενίοτε παράδοξων προσεγγίσεών του στο χρώμα και την τεχνική. Θεωρείται, λοιπόν, «καλλιτέχνης των καλλιτεχνών», τον οποίο υπερασπίστηκαν οι Κλοντ Μονέ και Καμίλ Πισαρό τον 19ο αιώνα και οι Ματίς και Πικάσο τον 20ό αιώνα, που τον θεωρούσαν «πατέρα όλων μας». 

Αμφισβήτησε τελικά όλες τις συμβατικές αξίες της ζωγραφικής του αιώνα του, ενώ μέχρι το τέλος της ζωής του έμεινε αφοσιωμένος στη σπουδή των έργων του σαν πεισματάρης οραματιστής. Φτάνει να ρίξει κάποιος μια ματιά στα σχέδιά του, μέσα στα οποία προβάλλει αποκαλυπτικά το εύρος της δημιουργίας του. 

Σεζάν
 Ο Πολ Σεζάν στο ατελιέ του. Les Lauves, 1904. Φωτο: Émile Bernard.

Είτε κοίταζε την ύπαιθρο είτε μια νεκρή φύση σε εσωτερικό χώρο, αυτός ο εραστής της πειθαρχίας, που σχεδίαζε αδιάκοπα για να μάθει «να βλέπει καλά» το θαύμα του φυσικού κόσμου, τα όρια του χρώματος, τη διαφάνεια του φωτός, την τολμηρή προσέγγιση στην ανθρώπινη φιγούρα, είναι ο «πατέρας της μοντέρνας τέχνης». Πρωτοπόρος στη χρήση του χρώματος και της προοπτικής, στη δομή του θέματος και στην προσθήκη γεωμετρικών στοιχείων που επηρέασαν τους κυβιστές και τους φωβιστές των επόμενων δεκαετιών, συνέλαβε και ανέπτυξε τη διάσημη, σκόπιμη και μη γραμμική διαδικασία του, άνοιξε ένα παράθυρο στο να βλέπουμε μέσα σε κάθε πινελιά την πρακτική του και τον τρόπο με τον οποίο εξερευνά και προσεγγίζει τολμηρά και εύγλωττα τα όρια της ζωγραφικής. Τα έργα του μένουν αναλλοίωτα μέσα στον χρόνο και φτάνουν μπροστά μας ολόφωτα. Σήμερα, είναι απλά αδύνατον να φανταστεί κανείς την πρωτοποριακή τέχνη του εικοστού αιώνα χωρίς την επιρροή του Σεζάν, χωρίς την τεχνικά αυστηρή αλλά και βαθιά προσωπική αναζήτηση της αλήθειας στην τέχνη που μας αποκάλυψε.

Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δυο πιο πρόσφατες εκθέσεις του έργου του άνοιξαν με μια από τις πρώτες αυτοπροσωπογραφίες του καλλιτέχνη, την εικόνα «ενός εκλεπτυσμένου άνδρα έτοιμου να κατακτήσει την πρωτεύουσα», καθώς ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει το σπίτι του στην Προβηγκία για το Παρίσι, όπου έγινε μάρτυρας ραγδαίων πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών. 

Σεζάν
 Άποψη του Salon d’Automne, 1904, με έργα του Σεζάν. Φωτο: Ambroise Vollard/Wikipedia

O Πολ Σεζάν γεννήθηκε το 1839 στο Aix-en-Provence. Γιος συνιδρυτή μιας τράπεζας, είχε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του οικονομική ασφάλεια, χάρη σε μια μεγάλη κληρονομιά που πήρε από τον πατέρα του, η οποία τον απάλλαξε από κάθε οικονομική ανησυχία, κάτι που δεν είχαν οι περισσότεροι καλλιτέχνες της εποχής του. Φοίτησε στο Collège Bourbon στο Aix και εκεί έγινε φίλος με τον Εμίλ Ζολά και τον μετέπειτα καθηγητή οπτικής και ακουστικής στην École de Physique et de Chimie Industrielles στο Παρίσι, Μπατιστέν Μπάιγ. Ήταν γνωστοί ως «Οι τρεις αχώριστοι». Τα πρώτα μαθήματα τέχνης τα έκανε μαθαίνοντας σχέδιο με έναν Ισπανό μοναχό, τον Ζοζέφ Ζιλμπέρ, ενώ αργότερα παρακολούθησε τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Aix, για να ικανοποιήσει την επιθυμία του πατέρα του, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα σχεδίου. 

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Καρυοφυλλιά, γίνε πάλι μια άλλη«Έβαζαν στοιχήματα πόσο θα αντέξω, αλλά οι μήνες έγιναν χρόνια»Η σκληρή αλήθεια για το πώς «άλλαξαν» τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα

Στα είκοσι δυο του χρόνια έφτασε στο Παρίσι, με την προτροπή του Ζολά που ήδη ζούσε στην γαλλική πρωτεύουσα. Οι αρχές της δεκαετίας του 1860 ήταν μια περίοδος μεγάλης ζωντάνιας για τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική δραστηριότητα του Παρισιού. Η σύγκρουση μεταξύ των ρεαλιστών ζωγράφων, με επικεφαλής τον Γκιστάβ Κουρμπέ, και της επίσημης Académie des Beaux-Arts, η οποία απέρριπτε από την ετήσια έκθεσή της –και συνεπώς από την αποδοχή του κοινού– όλους τους πίνακες που δεν ήταν ακαδημαϊκού νεοκλασικού ή ρομαντικού ρυθμού, είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της

Οι πίνακες του Σεζάν παρουσιάστηκαν το 1863 στην πρώτη έκθεση του Salon des Refusés, στο οποίο εκτίθεντο πίνακες που απορρίφθηκαν από το Salon της Académie des Beaux-Arts. Τα έργα των Refusés καταδικάστηκαν σχεδόν καθολικά από τους κριτικούς – μια αντίδραση που εδραίωσε το επαναστατικό πνεύμα αυτών των ζωγράφων. Ο Σεζάν, του οποίου τα γούστα είχαν από νωρίς απομακρυνθεί από το ακαδημαϊκό ύφος, συνδέθηκε με τα πιο προχωρημένα μέλη αυτής της ομάδας, συμπεριλαμβανομένων των Μανέ, Πισαρό, Μονέ, Ρενουάρ και Ντεγκά. Οι περισσότεροι από αυτούς τους καλλιτέχνες ήταν γύρω στα είκοσι, όπως και ο Σεζάν, και τότε διαμόρφωναν το στυλ τους – επρόκειτο να αποτελέσουν, με εξαίρεση τον Μανέ, τη σχολή των ιμπρεσιονιστών. Για την ιστορία, το Salon της Académie des Beaux-Arts απέρριπτε τις προτάσεις του Σεζάν κάθε χρόνο από το 1864 έως το 1869, αλλά εκείνος συνέχισε να υποβάλλει έργα μέχρι το 1882. 

Σεζάν
 Paul Cezanne, Νεκρή Φύση με Κουρτίνα, 1895.

Οι σχέσεις του Σεζάν με τους ιμπρεσιονιστές δεν υπήρξαν ποτέ καλές, ήταν αγενής, ντροπαλός, κυκλοθυμικός, θυμωμένος και επιρρεπής στην κατάθλιψη. Στην πρώτη του περίοδο τα έργα του χαρακτηρίζονται από σκούρα χρώματα και έντονη χρήση του μαύρου, έχουν πιο βίαια, δραματικά θέματα και δεν έχουν καμία σχέση με τις φωτεινές ακουαρέλες που έφτιαχνε στην Aix-en-Provence πριν φτάσει στο Παρίσι. Μπορεί κανείς να δει πόσο διέφεραν τα έργα αυτής της περιόδου στα «Γυναίκες που ντύνονται», «Ο βιασμός», «O φόνος». Για την πρώιμη περίοδο, η χρονολόγηση των έργων του Σεζάν δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι ορισμένα έργα καταστράφηκαν από τον ίδιο τον Σεζάν ή από τον πατέρα του. Τα έργα αυτά είναι γεμάτα πληθωρικότητα και ένταση, το ύφος είναι ορμητικό, ο ρυθμός ζωηρός και το χρώμα παχύρρευστο. Ο ευαίσθητος δυναμισμός αυτής της νεανικής περιόδου, με τον εσωτερικό πυρετό που αποκαλύπτει, προμηνύει τις τολμηρές καινοτομίες του Φωβισμού και του σύγχρονου εξπρεσιονισμού.

Εκείνη την εποχή, επηρεασμένος από τον Γκιστάβ Κουρμπέ, χρησιμοποιεί μαχαίρι παλέτας (ένα αμβλύ εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ανάμιξη ή την εφαρμογή χρωμάτων, με εύκαμπτη ατσάλινη λεπίδα) και τα έργα του έχουν εντελώς διαφορετική υφή. Ο καλλιτέχνης και επιμελητής σερ Λόρενς Γκάουινγκ θεωρεί αυτή την περίοδο του Σεζάν «εφεύρεση του σύγχρονου εξπρεσιονισμού». 

Όταν ξέσπασε ο γαλλοπρωσικός πόλεμος το 1870, ο Σεζάν και η ερωμένη του, Ορτάνς Φικέ, έφυγαν από το Παρίσι για το L’ Estaque, κοντά στη Μασσαλία. Εκεί άρχισε να ζωγραφίζει τοπία. Οι συνθέσεις του πρώιμου ύφους του είναι ήδη πιο πειθαρχημένες, με μια πιο προσεκτική ματιά στην ατμοσφαιρική, παρά στη δραματική, ποιότητα του φωτός.

Σεζάν
 Paul Cezanne, Η Κυρία Σεζάν με Κόκκινο Φόρεμα (1888–1890) , Metropolitan Museum of Art, New York
Σεζάν
 Paul Cezanne, Ο πατέρας του καλλιτέχνη διαβάζει “L’Événement”, 1866, National Gallery of Art, Washington, D.C.

Τον Ιανουάριο του 1871 κηρύχθηκε λιποτάκτης, αλλά ο πόλεμος έληξε τον επόμενο μήνα, τον Φεβρουάριο, και το ζευγάρι επέστρεψε στο Παρίσι το καλοκαίρι του 1871. Μετά τη γέννηση του γιου τους Πολ, τον Ιανουάριο του 1872, μετακόμισαν στο Auvers στο Val-d’Oise κοντά στο Παρίσι. Η μητέρα του Σεζάν ενημερώθηκε για τη γέννηση του γιου του, αλλά ο πατέρας του όχι. Ο Σεζάν φοβόταν την οργή του αλλά και την απώλεια του μηνιαίου εισοδήματος των 100 φράγκων που έπαιρνε.  

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑΗ μαγεία των σπουδαίων σχεδίων του Πολ Σεζάν στο φως του 21ου αιώνα

Εκεί γνωρίστηκε με τον Καμίλ Πισαρό, ο οποίος άσκησε διαμορφωτική επιρροή στο έργο του και ανέλαβε να διδάξει τον Σεζάν παρά τον δύστροπο χαρακτήρα του. Οι κοινές εξορμήσεις τους στην εξοχή αντικατοπτρίζονται στο πρώιμο έργο του, με έργα που δούλευε κυρίως με τη φαντασία του και έρχονται σε αντίθεση με τη βάση της άμεσης παρατήρησης και ενός πιο ανάλαφρου ύφους που ανέπτυξε στη συνέχεια. Ζωγράφιζαν σε εξωτερικούς χώρους, μια τεχνική που θεωρούνταν ακόμη ριζοσπαστική. Από τότε ο Σεζάν θα αφοσιωθεί σχεδόν αποκλειστικά σε τοπία, νεκρές φύσεις και, αργότερα, σε πορτρέτα. Ακόμη και υπό την καθοδήγηση του Πισαρό, ωστόσο, ο Σεζάν ζωγράφιζε πίνακες που έδειχναν σαφώς ότι το όραμά του ήταν μοναδικό και ότι ο σκοπός του ήταν εντελώς διαφορετικός από εκείνον των ιμπρεσιονιστών. Οι εξερευνήσεις του έδιναν έμφαση στην υποκείμενη δομή των αντικειμένων που ζωγράφιζε. Ήδη συνέθετε με κυβικές μάζες και αρχιτεκτονικές γραμμές. Οι πινελιές του, σε αντίθεση με εκείνες των ιμπρεσιονιστών, δεν ήταν διάσπαρτες με χρώμα, αλλά συμπλήρωναν η μία την άλλη σε μια χρωματική ενότητα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά, ο Σεζάν χαρακτήριζε τον εαυτό του μαθητή του Πισαρό, αναφερόμενος σε αυτόν ως «Θεό Πατέρα», και λέγοντας «Όλοι προερχόμαστε από τον Πισαρό».

Σεζάν
 Paul Cezanne, Mont Sainte-Victoire and Château Noir, 1904–05. Bridgestone Museum of Art, Tokyo, Japan.

Έχοντας αφήσει την οικογένειά του στη Μασσαλία, ο Σεζάν εξέθεσε έργα του στην πρώτη (1874) και στην τρίτη έκθεση ιμπρεσιονιστών (1877). Παρόλο που οι πίνακες που παρουσίασε εκεί δέχτηκαν την πιο αυστηρή κριτική από όλα τα έργα που εκτέθηκαν, συνέχισε να εργάζεται επιμελώς, επιστρέφοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να απολαύσει το φως της Προβηγκίας. Έπρεπε να υπομείνει τις προσβολές του τυραννικού πατέρα του, την οικονομική βοήθεια του οποίου χρειαζόταν για να επιβιώσει, αφού οι πίνακές του εξακολουθούσαν να μη βρίσκουν αγοραστές. Το 1875, τράβηξε την προσοχή του συλλέκτη Βικτόρ Κλοκέ, οι παραγγελίες του οποίου του προσέφεραν κάποια οικονομική ανακούφιση. Ωστόσο, τα έργα του προκάλεσαν οργή και σαρκασμό και οι κριτικές ήταν καταπέλτης. Σε ότι αφορά την καλλιτεχνική του διαδρομή σε σχέση με τους εμπόρους τέχνης, τα επόμενα χρόνια παρουσιάστηκαν μερικοί μεμονωμένοι πίνακες σε διάφορους χώρους, μέχρι το 1895, όταν ο παρισινός έμπορος Αμπρουάζ Βολάρ οργάνωσε την πρώτη του ατομική έκθεση με περισσότερους από 100 καμβάδες αλλά, αν και οι νέοι καλλιτέχνες και ορισμένοι εραστές της τέχνης άρχισαν να δείχνουν ενθουσιασμό για τη ζωγραφική του, το κοινό παρέμεινε απρόθυμο. Μετά τη δεύτερη έκθεση ιμπρεσιονιστών, ο Σεζάν διέκοψε τις σχέσεις του με τον ιμπρεσιονισμό, αν και συνέχισε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον «ταπεινό και κολοσσιαίο Πισαρό», με τον Μονέ, «τον ισχυρότερο όλων μας», και με τον Ρενουάρ, τον οποίο επίσης θαύμαζε.

Τον Μάρτιο του 1878, ο πατέρας του Σεζάν έμαθε για την Ορτάνς και απείλησε να αποκληρώσει τον γιο του, αλλά τελικά υποχώρησε και αποφάσισε να του δώσει 400 φράγκα για την οικογένειά του. Ο Σεζάν συνέχισε να μετακινείται μεταξύ της περιοχής του Παρισιού και της Προβηγκίας, εκεί που έχτισε και το στούντιό του, το Bastide du Jas de Bouffan, στις αρχές της δεκαετίας του 1880, που υπάρχει ακόμα και σήμερα. Έκανε το L’ Estaque μόνιμη βάση του και εκεί ζωγράφισε με τον Ρενουάρ το 1882.

Σεζάν
 Paul Cezanne, The Sea at L’Estaque behind Trees, 1878–79. Paul Cezanne. Musée Picasso, Paris

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο Σεζάν ανέπτυξε το ώριμο ύφος του. Τα τοπία του αυτής της περιόδου, όπως «Η θάλασσα στο L’ Estaque» είναι ίσως τα πρώτα αριστουργήματα του ώριμου Σεζάν. Αυτά τα τοπία περιέχουν συνθέσεις από μεγάλες και ήρεμες οριζόντιες γραμμές που δημιουργούν ένα καθαρό πρισματικό αποτέλεσμα. Όπως όλα τα τοπία του αυτής της περιόδου, οι πίνακες αυτοί έχουν μια συναρπαστική και ριζικά νέα ποιότητα, αυτό που έλεγε: «Προσπαθώ να αποδώσω την προοπτική μόνο μέσω του χρώματος». «Τα πάντα στη Φύση έχουν ως πρότυπο τη σφαίρα, τον κώνο και τον κύλινδρο. Πρέπει να μάθει κανείς να ζωγραφίζει από αυτές τις απλές μορφές».

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑΗ ζωή του Cézanne, σαν φωτορομάντσο

Ο Σεζάν επρόκειτο να χρησιμοποιήσει ουσιαστικά την ίδια προσέγγιση στα πορτρέτα του. Μερικά από τα πιο γνωστά είναι τα έργα «Η κυρία Σεζάν σε κίτρινη πολυθρόνα», «Γυναίκα με καφετιέρα» και οι «Χαρτοπαίκτες». Αυτός ο τελευταίος πίνακας απεικονίζει ένα θέμα με το οποίο ο Σεζάν ασχολήθηκε σε πέντε διαφορετικές εκδοχές. Εκτός από τους πίνακες με τους χαρτοπαίκτες, στους οποίους εκφράζεται καλά η νηφάλια αξιοπρέπεια των ανδρών, στα πορτρέτα του Σεζάν δεν υπάρχει καμία προσπάθεια να υπονοηθεί ο χαρακτήρας του εικονιζόμενου. Στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζει το φόντο με την ίδια προσοχή με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα και συχνά παραμορφώνει βίαια το χρώμα του προσώπου για να το φέρει σε αρμονία με τη συνολική σύνθεση. Ο Σεζάν εφάρμοσε επίσης τις αρχές της αναπαράστασης στις πάνω από 200 εξαιρετικές νεκρές φύσεις του. Τις οργάνωνε σαν να επρόκειτο για αρχιτεκτονικά σχέδια, δίνοντας στα πιο οικεία αντικείμενα σημασία και δύναμη μέσω της έντασης του χρώματος και της ουσιαστικής απλότητας της μορφής.

Σεζάν
 Paul Cezanne, Les joueurs de cartes, 1892–1895, Courtauld Institute of Art, London

Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 η οικογένεια Σεζάν εγκαταστάθηκε στην Προβηγκία, όπου παρέμεινε, εκτός από σύντομες παραμονές στο εξωτερικό, από τότε. Η μετακίνηση αυτή αντανακλά και μια νέα ανεξαρτησία από τους ιμπρεσιονιστές, που είχαν ως επίκεντρο το Παρίσι. Παρά την αυξανόμενη δημόσια αναγνώριση και την οικονομική επιτυχία, ο Σεζάν επέλεξε να εργαστεί σε περιβάλλον ολοένα και μεγαλύτερης καλλιτεχνικής απομόνωσης.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑΗ μαγεία των σπουδαίων σχεδίων του Πολ Σεζάν στο φως του 21ου αιώνα

Το 1886 αποτέλεσε σημείο καμπής για την οικογένεια του Σεζάν. Παντρεύτηκε την Ορτάνς και την ίδια χρονιά πέθανε ο πατέρας του αφήνοντάς του την περιουσία του. Την ίδια περίοδο φήμες τον θέλουν να έχει διακόψει τις σχέσεις του με τον Ζολά, αφού ο τελευταίος τον χρησιμοποίησε, εν πολλοίς, ως βάση για τον αποτυχημένο και τελικά τραγικό φανταστικό καλλιτέχνη Κλοντ Λαντιέ, στο μυθιστόρημα «Το δημιούργημα». Πρόσφατα ανακαλύφθηκαν επιστολές που το διαψεύδουν αυτό. Μια επιστολή από το 1887 αποδεικνύει ότι η φιλία τους όντως διήρκεσε για κάποιο χρονικό διάστημα τουλάχιστον μετά την έκδοση του μυθιστορήματος. Ωστόσο, ο Σεζάν ήταν σταθερά καχύποπτος και έβρισκε τον Ζολά λαϊκιστή και τα κείμενά του ακατανόητα.

Τη δεκαετία του 1890 ο Σεζάν εμφάνισε διαβήτη, κάτι που αποσταθεροποιούσε την προσωπικότητά του και δημιουργούσε σχέσεις γεμάτες ένταση με τον περίγυρό του. Τα ζητήματα της υγείας του τον ταλαιπώρησαν μέχρι το τέλος της ζωής του. Αποσυρόταν ολοένα και περισσότερο και ασκήτευε μέσα στην τέχνη του, ζώντας μεγάλες περιόδους σαν ερημίτης. Η ζωή με την οικογένεια ήταν δύσκολη και εκείνος ζούσε στην Προβηγκία, ενώ η Ορτάνς και ο γιος τους στο Παρίσι. Όταν επέστρεψαν στην Προβηγκία, έζησαν σε ξεχωριστή κατοικία. Ο Σεζάν ζούσε με τη μητέρα και την αδερφή του, έχοντας στραφεί και στον καθολικισμό. Το 1895 έκανε μια επίσκεψη στα λατομεία Bibémus και ανέβηκε στο Όρος Sainte-Victoire. Το δαιδαλώδες τοπίο τον εντυπωσίασε, και το 1897 νοίκιασε εκεί μια καλύβα για να ζωγραφίσει. Τα σχήματα που έχουν οι πίνακές του πιστεύεται ότι ενέπνευσαν το εμβρυακό «κυβιστικό» στυλ. Η μητέρα του πέθανε εκείνη τη χρονιά και εκείνος επανενώθηκε μεν με την οικογένεια του, αλλά αγοράζοντας ένα μέρος για να είναι μόνος του, ενώ  αποσύρθηκε σταδιακά από τη σύζυγό του και από τους φίλους της νιότης του.

Σεζάν
 Paul Cezanne, Η Madame Cézanne σε κόκκινη πολυθρόνα, 1877 Βοστώνη, Museum of Fine Arts
Σεζάν
 Paul Cezanne, Seated Man, 1905–6. Paul Cezanne. Museo Nacional Thyssen-Bornemisza, Madrid

Ο Σεζάν πάντα δυσκολευόταν να συνεννοηθεί με τους ανθρώπους αλλά μέχρι το γύρισμα του αιώνα η φήμη του είχε αρχίσει να εξαπλώνεται και, δεδομένου ότι σπάνια τον έβλεπε κανείς, έγινε κάτι σαν θρυλική φιγούρα. Έκανε εκθέσεις στο πολυπληθές ετήσιο Salon des Indépendants το 1899 και στην Παγκόσμια Έκθεση που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι το 1900, και τα έργα του έγιναν τελικά περιζήτητα από τις γκαλερί. Η συλλογή Caillebotte άνοιξε στην γκαλερί Luxembourg στο Παρίσι με δύο Σεζάν. Η Εθνική Πινακοθήκη του Βερολίνου αγόρασε ένα τοπίο ήδη από το 1900. Οι νέοι καλλιτέχνες τον εκτιμούσαν – το 1901, ο νεαρός συμβολιστής Μορίς Ντενί ζωγράφισε το «Homage à Cézanne», μια εικόνα καλλιτεχνών που θαύμαζαν μια από τις νεκρές φύσεις του. Η τέχνη του αυξανόταν σε βάθος, σε συμπυκνωμένο χρωματικό πλούτο και σε ικανότητα σύνθεσης. Ένιωθε ικανός να δημιουργήσει ένα νέο όραμα. 

Ωστόσο, οι ιδιοτροπίες του ήταν θρυλικές. Δεν δίσταζε να καταστρέψει τους καμβάδες του όταν δεν του άρεσε το έργο που είχε ξεκινήσει, και δεν ήθελε μοντέλα γιατί δεν άντεχαν το πολύωρο ποζάρισμα, ούτε λουλούδια γιατί η ζωή τους διαρκούσε λίγο και μαραίνονταν. Όταν δούλευε στο στούντιό του προτιμούσε τα ξημερώματα και το «λαμπρό φως των πρωινών ωρών», εκεί που κατάφερε να πραγματοποιήσει πειράματα στις ιδιότητες του χρώματος και να ερευνήσει τις μεταβλητές καιρικές συνθήκες και το μεταβαλλόμενο φως ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Η σύζυγος και ο γιος του, αλλά και οι ντόπιοι αγρότες, τα παιδιά και ο έμπορος τέχνης του χρησίμευσαν ως θέματα, όπως και νεκρές φύσεις που έστηνε το σκηνικό τους στο εργαστήριό του. Την τελευταία του περίοδο μεταξύ 1898 και 1905 φτιάχνει πίνακες οι οποίοι έχουν ως θέμα τους τα κρανία. Σήμερα τα ίδια τα κρανία παραμένουν στο εργαστήριο του Σεζάν στην Aix-en-Provence.

Σεζάν
 Paul Cezanne, Το μεγάλο πεύκο 1898, Σάο Πάουλο, Museu de Arte

Από το 1890 έως το 1905 δημιούργησε αριστουργήματα, το ένα μετά το άλλο: δέκα παραλλαγές του Mont Sainte-Victoire, τρεις εκδοχές του έργου «Αγόρι με κόκκινο γιλέκο», αμέτρητες νεκρές φύσεις και τη σειρά «Λουόμενοι», στην οποία προσπάθησε να επιστρέψει στην κλασική παράδοση του γυμνού και να εξερευνήσει την ανησυχία του για το γλυπτικό αποτέλεσμα σε σχέση με το τοπίο. 

Είναι ένα σύνολο έργων με το οποίο ήθελε να αποφύγει τις φευγαλέες μόδες και να δώσει μια διαχρονική ποιότητα στο έργο του, στο οποίο δεν ακολούθησε τις μοντέρνες τάσεις της ζωγραφικής και δεν αισθάνθηκε καμία πίεση να συμμορφωθεί με τις μεθόδους του 19ου αιώνα. Ετοίμασε έναν αριθμό δοκιμαστικών πινάκων με φιγούρες πριν αρχίσει να εργάζεται πάνω στις «Μεγάλες λουόμενες». Πειραματίστηκε με το πώς ήθελε να συσχετίζονται οι μορφές μεταξύ τους και τα προπαρασκευαστικά έργα δείχνουν τους λουόμενους να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με διαφορετικούς τρόπους. Ο πίνακας θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της μοντέρνας τέχνης και συχνά θεωρείται το καλύτερο έργο του Σεζάν, που τον δούλεψε επί επτά χρόνια. Ο πίνακας παρέμεινε ημιτελής κατά τη στιγμή του θανάτου του το 1906. Οι αφηρημένες γυμνές γυναίκες που δημιουργήθηκαν από τη φαντασία του και υπάρχουν στις «Μεγάλες Λουόμενες» δίνουν στον πίνακα ένταση και πυκνότητα. Χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική τοπίων και νεκρών φύσεων, το έργο θυμίζει το έργο του Τιτσιάνο και του Ρούμπενς, ενώ συχνά γίνονται συγκρίσεις με την άλλη διάσημη ομάδα γυμνών γυναικών της ίδιας περιόδου, το έργο του Πικάσο «Οι δεσποινίδες της Αβινιόν». Η επιρροή του είναι σαφώς από τα πρώτα του χρόνια στο Παρίσι, τα οποία πέρασε αντιγράφοντας τους πίνακες των μεγάλων δασκάλων στο μουσείο του Λούβρου, βλέποντας τους φανταστικούς πίνακες καλλιτεχνών με τους θεούς, τα χερουβείμ και τα μυστικιστικά πλάσματα της Αναγέννησης να τον εμπνέουν για να δημιουργήσει σκηνές όπως αυτή. Η φύση και η μικρή πόλη στο φόντο της εικόνας είναι εμπνευσμένα από την Aix-en-Provence.

Σεζάν
 Paul Cezanne, Οι μεγάλες λουόμενες, 1906 Φιλαδέλφεια, Museum of Art

Η τελευταία περίοδος του Σεζάν, καρπός έντονου διαλογισμού στη μοναξιά, έφτασε στα ύψη του λυρισμού, επιτυγχάνοντας την αποκάλυψη της ζωής στη φύση, αυτό που μόνο οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες μπορούν να επιτύχουν στη διάρκεια της ζωής τους. «Το τοπίο», έλεγε, «γίνεται ανθρώπινο, γίνεται ένα σκεπτόμενο, ζωντανό ον μέσα μου. Γίνομαι ένα με την εικόνα μου… Συνδέονται σε ένα ιριδίζον χάος». 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ 10 αριστουργήματα του μουσείου του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή

Αν και οι πίνακές του έγιναν γνωστοί και περιζήτητοι και έγινε αντικείμενο σεβασμού από μια νέα γενιά ζωγράφων, η υποδοχή του έργου του από τη μικροαστική τάξη του Aix ήταν αποκαρδιωτική. Το 1903 ο Ανρί Ροσφόρ στην εφημερίδα «L’Intransigeant» έγραψε ένα επικριτικό άρθρο για το έργο του με τίτλο «Η αγάπη για το άσχημο», γράφοντας ότι οι θεατές πάθαιναν κρίσεις γέλιου με τα έργα του Σεζάν. Μάλιστα, κάτοικοι της περιοχής, εξοργισμένοι, άφηναν μηνύματα στην είσοδο του σπιτιού του στα οποία του ζητούσαν να εγκαταλείψει την πόλη «που ατιμάζει».

Οι εξερευνήσεις του Σεζάν στη γεωμετρική απλούστευση και τα οπτικά φαινόμενα ενέπνευσαν τους μεταγενέστερους ζωγράφους να πειραματιστούν με όλο και πιο σύνθετες όψεις του ίδιου θέματος και τελικά με το σπάσιμο της μορφής. Ο Σεζάν πυροδότησε έτσι έναν από τους πιο επαναστατικούς τομείς καλλιτεχνικής έρευνας του 20ού αιώνα, ο οποίος επρόκειτο να επηρεάσει βαθιά την εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης και η ελπίδα του ότι οι πίνακές του θα χρησίμευαν ως μια μορφή εκπαίδευσης για άλλους καλλιτέχνες πραγματώθηκε. Όπως γράφει ο πρώτος του βιογράφος Julius Meier-Graef, «εκτός από τον Βαν Γκογκ, κανείς στη σύγχρονη τέχνη δεν έχει θέσει ισχυρότερες απαιτήσεις για αισθητική δεκτικότητα από τον Σεζάν».

Σεζάν
 Paul Cezanne, Νεκρή φύση με ανοιχτό συρτάρι, 1867–1869. Musée d’Orsay

Μια φθινοπωρινή μέρα του 1906, ο Σεζάν βρέθηκε σε καταιγίδα ενώ δούλευε στο χωράφι. Αφού εργάστηκε για δύο ώρες αποφάσισε να πάει σπίτι του – αλλά στον δρόμο κατέρρευσε. Τον μετέφερε σπίτι του ένας περαστικός και όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του αποφάσισε να συνεχίσει να εργάζεται. Λιποθύμησε, ήδη η υγεία του ήταν επιβαρυμένη από τον διαβήτη και λίγες ημέρες αργότερα πέθανε από πνευμονία, σε ηλικία 67 ετών.

Μετά τον θάνατό του, οι πίνακές του εκτέθηκαν σε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Παρίσι, τον Σεπτέμβριο του 1907. Η έκθεση αυτή επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την κατεύθυνση που πήρε η πρωτοπορία στο Παρίσι, προσδίδοντας αξιοπιστία στη θέση του ως έναν από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες του 19ου αιώνα και στην επίδρασή του στην έλευση του κυβισμού.

Σεζάν
 Paul Cezanne, οι Λουόμενες, 1898–1905. National Gallery, London

Το 1945, ο Γάλλος φιλόσοφος  Μορίς Μερλό-Ποντί σε ένα δοκίμιό του με τίτλο «Η αμφιβολία του Σεζάν», αναφέρει πως ο Σεζάν εγκατέλειψε τα κλασικά καλλιτεχνικά στοιχεία, όπως οι εικαστικές διατάξεις, οι προοπτικές μίας όψης και τα περιγράμματα που περικλείουν το χρώμα, σε μια προσπάθεια να αποκτήσει μια «βιωμένη προοπτική», αποτυπώνοντας όλες τις πολυπλοκότητες που παρατηρεί το μάτι. Ήθελε να βλέπει και να αισθάνεται τα αντικείμενα που ζωγράφιζε, αντί να τα σκέφτεται. Τελικά, ήθελε να φτάσει στο σημείο όπου η όραση ήταν επίσης αφή. Μερικές φορές χρειαζόταν ώρες για να βάλει μια μόνο πινελιά, επειδή κάθε πινελιά έπρεπε να περιέχει «τον αέρα, το φως, το αντικείμενο, τη σύνθεση, τον χαρακτήρα, το περίγραμμα και το ύφος». Για μια νεκρή φύση ο Σεζάν μπορεί να χρειαζόταν εκατό συνεδρίες εργασίας, ενώ για ένα πορτρέτο χρειαζόταν περίπου εκατόν πενήντα συνεδρίες. 

Ο Σεζάν πίστευε ότι ενώ ζωγράφιζε, αποτύπωνε μια στιγμή του χρόνου, που όταν θα περνούσε δεν θα μπορούσε να επιστρέψει. Η ατμόσφαιρα που περιέβαλλε αυτό που ζωγράφιζε ήταν μέρος μιας συγκλονιστικής πραγματικότητας, έφτανε η αλλαγή του χρωματισμού ενός αντικειμένου για να αλλάξει η δομή του. Απέδειξε ότι η ζωγραφική δεν είναι απλώς η τέχνη της μίμησης ενός αντικειμένου με γραμμές και χρώματα, έτσι έσπασε τον κανόνα για να τον ακολουθήσουν γενιές καλλιτεχνών, αλλάζοντας την ιστορία της ζωγραφικής, που μετά από αυτόν δεν θα ήταν ποτέ η ίδια.  

Σεζάν
 Paul Cezanne, Πυραμίδα Κρανίων, περ. 1901.
Σεζάν
 Paul Cezanne, Νεκρή Φύση με Μήλα (λεπτομέρεια), 1893–94. Paul Cezanne. The J. Paul Getty Museum, Los Angeles
Σεζάν
 Paul Cezanne, Η Κυρία Σεζάν σε κίτρινη καρέκλα, 1888–90. The Art Institute of Chicago, Wilson L. Mead Fund
Σεζάν
 Paul Cezanne, Mont Sainte-Victoire, 1885-1887 Λονδίνο, Ινστιτούτο Τέχνης Κουρτώ
Σεζάν
 Paul Cezanne, Καλάθι με Μήλα, περ. 1893. Helen Birch Bartlett Memorial Collection
Σεζάν
 Paul Cezanne, Το σπίτι του κρεμασμένου, 1873 Παρίσι, Μουσείο Ορσέ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑΟι προσωπογραφίες του Cézanne στο Musée d’Orsay

Εικαστικά

Tags

 0

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Για να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα στο email σας μια επιλογή από τα καλύτερα άρθρα του lifo.grΕΓΓΡΑΦΗ

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πολιτισμός / Τα τέλεια φρούτα των 35 εκατομμυρίων και οι ιδιοτροπίες του Πολ ΣεζάνΤρία μήλα και τρία αχλάδια, ένα μοναδικό έργο που δημοπρατείται από τον οίκο Σόθμπις με τίτλο «Pommes et Poires», φανερώνει την εμμονή του να ζωγραφίζει μια «ζωντανή» νεκρή φύση με τόση λεπτομέρεια και επιμονή.THE LIFO TEAMΕικαστικά / Η μαγεία των σπουδαίων σχεδίων του Πολ Σεζάν στο φως του 21ου αιώναΤα σχέδιά του MoMA αποκαλύπτουν το εύρος της δημιουργίας του και τα περισσότερα από αυτά δεν παρουσιάστηκαν ποτέ κατά τη διάρκεια της ζωής του, μόνο ανακαλύφθηκαν μετά τον θάνατό του.ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗΕικαστικά / Η ζωή του Cézanne, σαν φωτορομάντσο”Ήταν ο πατέρας όλων μας” – Picasso.ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΒΕΡΗΣΕικαστικά / Η μαγεία των σπουδαίων σχεδίων του Πολ Σεζάν στο φως του 21ου αιώναΤα σχέδιά του MoMA αποκαλύπτουν το εύρος της δημιουργίας του και τα περισσότερα από αυτά δεν παρουσιάστηκαν ποτέ κατά τη διάρκεια της ζωής του, μόνο ανακαλύφθηκαν μετά τον θάνατό του.ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ Εικαστικά / 10 αριστουργήματα του μουσείου του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας ΓουλανδρήΠικάσο, Βαν Γκογκ, Σεζάν, Μονέ, Πόλοκ και άλλοι μυθικοί καλλιτέχνες εκπροσωπούνται στη συλλογή του μουσείου ΓουλανδρήΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗΕικαστικά / Οι προσωπογραφίες του Cézanne στο Musée d’OrsayΣε μία μοναδική έκθεση το Musée d’Orsay παρουσιάζει τον πλούτο των προσωπογραφιών του Paul Cézanne, την εξέλιξη και τον αντιδραστικό χαρακτήρα του καλλιτέχνηIRENE D’ATHENESΔιάφορα / Σεζάν///ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ

Πηγή : LIFO

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

 

«Κάνε εσύ το πρώτο βήμα για το δίκιο σου, αλλιώς η αδικία θα κάνει δέκα»

Μόλις είχε ξεκινήσει ένας παγωμένος Δεκέμβρης, εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1970, και όπως κάθε δεύτερο Σάββατο είχαμε τραπέζι σε φίλους των γονιών μου.

Πήγαινα Γυμνάσιο και βαριόμουν αφόρητα αυτές τις πολύωρες συνάξεις, με την ακατάσχετη φλυαρία των μεγάλων πάνω από βουνά ροσμπίφ, τυρόπιτας και ρώσικης σαλάτας, που τότε ήταν πολύ της μόδας. Εκείνο το Σάββατο όμως η κουβέντα τους είχε τόσο ενδιαφέρον, και κυρίως τόσες αποκαλύψεις, που με έκαναν να μη θέλω να σηκωθώ από το τραπέζι. Είχε έρθει πρώτη φορά στο σπίτι ο κ. Γιάννης, που είχε μια μικρή βιοτεχνία στου Ψυρρή, είχε κάνει εξορία, είχε βασανιστεί, τα είχε δει όλα. Μας έλεγε πως είχε γνωρίσει από κοντά «τέρατα» όπως ο Μάλλιος, ο Μπάμπαλης, ο Σπανός, ο Λάμπρου, ο Χατζηζήσης. Είχε διανυκτερεύσει κιόλας στο πιο γνωστό πλυσταριό του κόσμου, στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας. Ηταν η πρώτη φορά που άκουγα κάποιον να μιλάει για τους χουντικούς, αλλά και για το ΚΚΕ, χωρίς μισόλογα. Με είχαν συνεπάρει όχι μόνο οι διηγήσεις του, αλλά και ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις μου, όσο απλοϊκές κι αν ήταν. Αυτό όμως που θυμάμαι έντονα από εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα στο σπίτι της οδού Σερρών 71, της Ακαδημίας Πλάτωνος, είναι ότι όσο μιλούσε αυτός ο άνθρωπος νόμιζα πως …φωτιζόταν, σαν να ξεχείλιζε ένα φως από τα μάτια του και πλημμύριζε το πρόσωπό του. Αργότερα έμαθα πως αυτό λέγεται γοητεία.

Οταν ανέτειλε το κόκκινο…

Η καταμπερδεμένη εφηβεία ενός παιδιού που μεγάλωσε μέσα στη χούντα παλινδρομούσε μέχρι τότε, κάπου ανάμεσα στην αμηχανία και στην ανάγκη να βρει μια πυξίδα μέσα στα αδιέξοδα και στη σύγχυση που ένιωθε κάθε φορά που προσπαθούσε να ερμηνεύσει τον κόσμο. Ολα γύρω του ήταν καινούργια και παράξενα, όλα το μπέρδευαν και το εξόργιζαν και όλα το μαγνήτιζαν. Νομίζω πως σε εκείνη την ηλικία ξεκίνησε να καταλαβαίνει αμυδρά πως η ζωή είναι μια σειρά από δύσκολες πίστες, πως σίγουρα δεν θα του χαριστεί, μόνο δεν ήξερε ακόμα πώς θα μπορούσε να τη διεκδικήσει. Και από εκείνη τη νύχτα, του είχε καρφωθεί στο μυαλό η κουβέντα του κ. Γιάννη: «Αν δεν κάνεις εσύ το πρώτο βήμα για το δίκιο σου, η αδικία θα κάνει δέκα». Ισως να μην ήταν η ακριβής φράση, ίσως να την είχε μεταπλάσει στο μυαλό του, αλλά πιστεύω πως το νόημα ήταν αυτό. Και κάπως έτσι άρχισα να ψάχνομαι. Εκείνος ο άνθρωπος είχε ανάψει μέσα μου φωτιές. Μικρές, αλλά φωτιές. Δεν είχα διαβάσει ακόμα Μαρξ ή Λένιν. Δεν ήξερα τις ιστορικές λεπτομέρειες. Αυτό που ήξερα μόνο ήταν πως όπου κι αν γύριζα το βλέμμα, στη λαϊκή γειτονιά μου, έβλεπα ανθρώπους που μοχθούσαν, που τους εκμεταλλεύονταν και αυτοί το υπέμεναν, ζούσαν με το κεφάλι σκυφτό, όχι επειδή το ήθελαν αλλά επειδή έτσι τους είχαν μάθει. Στην περιοχή που ζούσα κυκλοφορούσαν μόνο φτωχοί άνθρωποι, αν με ρωτούσες δεν ήξερα να περιγράψω πώς είναι ένας πλούσιος. Τους έβλεπα μόνο στο σινεμά και εκεί ήταν σκληροί, εκμεταλλευτές και άπληστοι. Μάθαινα όμως πως ήταν έτσι και στην πραγματική ζωή. Ετσι έλεγαν οι εργάτες στη γειτονιά. Ακουγα – λίγα χρόνια μετά – κάτι κωμικοτραγικό όσο και απίστευτο, τότε που οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι δήλωναν κατά μέσο όρο εισόδημα 332.629 δραχμές ενώ οι εμποροβιομήχανοι μόλις 225.593! Εμπαινα σιγά – σιγά στο νόημα… Εβλεπα και τότε τους αγρότες να βασανίζονται και να παλεύουν για την επιβίωσή τους (το ανατριχιαστικό «Χρωστάω παντού» ακουγόταν και τότε), τους φοιτητές να κατεβαίνουν στους δρόμους, τους συνταξιούχους να εξαθλιώνονται και πάντα την αστυνομία να χτυπάει όποιον διεκδικούσε ανυποχώρητα το δίκιο του, κόντρα στη λογική της μοιρολατρίας και της υποταγής στο άδικο και στην εκμετάλλευση. Μου φαινόταν όλο αυτό και απάνθρωπο και αδιανόητο. Οπως αδιανόητο μου φαινόταν και ότι όχι μόνο δεν άκουγα κανέναν κυβερνητικό να ενδιαφέρεται να αλλάξει αυτήν την κατάσταση και να τους βοηθήσει, αντίθετα διαπίστωνα πόσο πολύ τους βόλευαν οι γαλέρες.

Οταν η αξιοπρέπεια γίνεται συλλογική δύναμη

Παρατηρούσα πως μόνο κάποιοι λίγοι νοιάζονταν για τους εργάτες και πρωτοστατούσαν στις δίκαιες κινητοποιήσεις τους, που τους στήριζαν και φώναζαν αυτά που κι εγώ σκεφτόμουν. Κάποιοι που έλεγαν πως πολλά μπορούν να κερδηθούν, αρκεί ο λαός να πιστέψει στη δύναμή του, να βγει στον αγώνα, παίρνοντας στα χέρια του την υπόθεση της σωτηρίας του, χωρίς να την περιμένει από κανέναν «σωτήρα». Ηταν κάποιοι από το ΚΚΕ. Αυτό ήταν. Μ’ αυτούς ήθελα να είμαι. Δεν το ακολούθησα τότε, επειδή ήθελα απλώς «να κάνω επανάσταση» με τη ρομαντική έννοια. Μπήκα γιατί ήθελα να μην είμαι θεατής. Να μη στέκομαι στην άκρη, κουνώντας το κεφάλι και λέγοντας «τι να κάνουμε, έτσι είναι τα πράγματα». Μπήκα γιατί ήθελα να ζήσω σ’ έναν κόσμο δίκαιο. Οχι έναν κόσμο εύκολο. Δίκαιο. Ο δρόμος ήταν και είναι δύσκολος, αλλά καθαρός. Και ολόισιος, χωρίς λαβυρίνθους, φωτισμένος σωστά, χωρίς λακκούβες και παγίδες. Και έπειτα ήρθαν τα χρόνια. Οι κυβερνήσεις άλλαζαν σαν τους τίτλους των εφημερίδων, οι «σωτήρες» διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και όλο το πολιτικό σύστημα λικνιζόταν ανάμεσα σε παλινωδίες, υποχωρήσεις, μεταλλάξεις, αντιφάσεις και κακόγουστα θεατρικά σενάρια. Κι εγώ έβλεπα τα κόμματα που υπόσχονταν επαναστάσεις και δικαιοσύνη να γίνονται οι χειρότεροι εφιάλτες του λαού και οι καλύτεροι μαθητές της ΕΕ. Πρόσωπα που ορκίζονταν στον λαό, μετατρέπονταν σε δήμιούς του. Σχήματα που μιλούσαν για ελευθερία, έπνιγαν κάθε ενοχλητική φωνή. Και μέσα σε αυτό το πανηγύρι αντιφάσεων, παρατηρούσα αυτούς τους κάποιους που δεν λοξοδρομούσαν από τις ιδέες τους, τους κουκουέδες. Κι αυτό δεν ήταν απλώς «σταθερότητα». Ηταν τιμιότητα. Ηταν πολιτική αξιοπρέπεια. Ηταν η απόδειξη πως η πολιτική μπορεί να είναι και μια καθαρή υπόθεση. Θυμάμαι καλά το 1974, σαν να ήταν χθες. Θυμάμαι τη μάνα μου να κλαίει από χαρά που κάποιοι συγγενείς και φίλοι γύριζαν επιτέλους από τις εξορίες, από το εξωτερικό, άλλοι έβγαιναν από τη φυλακή, άλλοι ξανάβρισκαν συντρόφους που είχαν χαθεί στα χρόνια της χούντας. Ξαφνικά, όλοι αυτοί που είχαν μάθει να μιλούν χαμηλόφωνα άρχισαν να μιλούν δυνατά, να ανοίγουν γραφεία, να στήνουν οργανώσεις, να κρεμούν τη σημαία με το σφυροδρέπανο χωρίς φόβο. Κι εγώ στεκόμουν απέναντι σε όλη εκείνη τη φλόγα που άναβαν οι ιστορίες τους προσπαθώντας να κατανοήσω πού μπορεί να βρίσκουν τόση δύναμη να αντέχουν απίστευτα μαρτύρια, τι μπορεί να κάνει μια πολιτική να μη γονατίζει και τις ιδέες να μη φυλακίζονται; Πώς δηλαδή μπορεί η αξιοπρέπεια να γίνεται συλλογική δύναμη; Αν η Μεταπολίτευση για κάποιους ήταν αλλαγή σκηνικού, για μένα ήταν η στιγμή που κατάλαβα ποιον δρόμο θα επέλεγα να περπατήσω. Είχα ανάγκη να ενταχθώ σε έναν χώρο με ανθρώπους που θα θαυμάζω, έναν χώρο που δεν θα αλλάζει όνομα, χρώμα, ιδέες, προσανατολισμό ανάλογα με το ρεύμα και τα συμφέροντα των ισχυρών, όπου η αλήθεια δεν θα μασκαρεύεται για ψηφοθηρικούς λόγους.

Το ΚΚΕ ήταν πάντα ο βράχος

Η πρώτη έμπνευση στο ΚΚΕ ήταν η εντιμότητα. Εκείνη η πηγαία, λαϊκή, ξεκάθαρη εντιμότητα που δεν χωράει περιστροφές. Η δεύτερη έμπνευση ήταν οι διανοούμενοι του Κόμματος, άνθρωποι που δεν μιλούσαν, δεν έγραφαν, δεν τραγουδούσαν για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να φωτίσουν. Η ευρύτερη κομμουνιστική διανόηση ήταν η ηθική ραχοκοκαλιά της χώρας. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν εξοριστεί, φυλακιστεί, βασανιστεί, είχαν διωχθεί από τον τόπο τους. Και ενώ η Ελλάδα γύρω τους άλλαζε, αυτοί παρέμεναν οι πιο συνεπείς, καθαροί, ακέραιοι, οι πνευματικοί φάροι της εποχής. Ο Ρίτσος, ο Θεοδωράκης, ο Λειβαδίτης, ο Βάρναλης, ο Λουντέμης, ο Ρώτας, ο Αγγουλές, ο Κατράκης, η Σωτηρίου, ο Κούνδουρος, ο Τάσσος, ο Λοΐζος και τόσοι ακόμη… Κατάλαβα γρήγορα πως όποιος διάλεγε να περπατήσει δίπλα τους, διάλεγε μια ζωή δύσκολη, αλλά βαθιά αληθινή και ουσιαστική. Αυτοί οι τόσο σπουδαίοι και επιδραστικοί άνθρωποι δεν μου έδειξαν μόνο έναν άλλο κόσμο, αλλά και την αξία του μέτρου. Μέτρο για το τι θα πρέπει να θεωρώ σημαντικό, τι ανήθικο και τι «αυτονόητο», σε έναν κόσμο που δεν διστάζει να ξεπουλά τις αξίες του για «καρέκλες», προβολή, αυταπάτες εξουσίας. Η γενιά τους – ακόμη και μέσα στις πιο μαύρες δεκαετίες – έδειξε ότι μπορεί να ζει κάποιος χωρίς να γίνεται μέρος της σήψης που τον περιβάλλει. Και αυτό έγινε πυξίδα. Οπως και η μελέτη. Σε αυτούς το χρωστάμε. Στο σπίτι μας μπήκαν βιβλία που άλλοι θα δίσταζαν να αφήσουν στο τραπέζι. Και όσο τα διάβαζα, τόσο καταλάβαινα πως η γνώση δεν ήταν πολυτέλεια, ήταν εργαλείο για να καταλάβω και την Ιστορία και τη ζωή. Σήμερα, μισό αιώνα μετά από εκείνη την πρώτη σπίθα, μπορώ να πω κάτι που λέγεται δύσκολα: Δεν μετανιώνω ούτε για μισό λεπτό. Δεν υπάρχει ίχνος από εκείνη την εφηβική επιλογή που να θέλω να αναιρέσω. Δεν υπάρχει στιγμή που να είπα «μήπως έκανα λάθος;». Αντίθετα, κάθε χρόνος, κάθε κρίση, κάθε απογοήτευση από τα «μεγάλα» κόμματα είναι μια νέα επιβεβαίωση. Σήμερα η ορμή δεν είναι λιγότερη. Είναι περισσότερη. Γιατί τώρα ξέρω. Τώρα έχω δει ποιοι στέκονται όρθιοι όταν όλα καταρρέουν, ποιοι δεν αλλάζουν ιδέες σαν πουκάμισα, ποιοι δεν διαπραγματεύονται την αλήθεια τους, ποιοι μένουν στο πλευρό του κόσμου της δουλειάς, χωρίς να ζητούν αντάλλαγμα. Και αν στην εφηβεία έμπαινα στο ΚΚΕ με καρδιά που φλέγεται, σήμερα συνεχίζω με καρδιά που γνωρίζει, που έχει ζήσει και που φλέγεται διπλά. Συνεχίζω γιατί βλέπω νέους ανθρώπους που αναζητούν αυτό που αναζητούσα κι εγώ τότε, αλήθεια, δικαιοσύνη, καθαρό λόγο. Συνεχίζω γιατί όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, η αδικία παραμένει και χρειάζεται κάποιους να την πολεμήσουν, όχι να τη μακιγιάρουν και να την εξωραΐζουν. Συνεχίζω γιατί ποτέ δεν είδα το ΚΚΕ να ζητάει από τον λαό να σκύψει το κεφάλι και να συμβιβαστεί. Πάντα τον ενθάρρυνε να σηκωθεί. Και πάντα τον ενέπνεε. Συνεχίζω γιατί μέσα σε μια κοινωνία όπου η υποκρισία έχει γίνει επάγγελμα, το ΚΚΕ παραμένει το αντίβαρο της ευθύτητας. Και συνεχίζω, πάνω απ’ όλα, γιατί ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, όταν ακούω κάποιον να λέει «Δεν είναι όλοι το ίδιο. Υπάρχει ένα κόμμα που δεν είπε ποτέ ψέματα στον λαό», νιώθω την ίδια συγκίνηση με τότε που πρωτάκουσα εκείνη την κουβέντα του κ. Γιάννη.

Υπάρχει δρόμος έξω από την εκμετάλλευση

Σήμερα, μέσα σε μια εποχή που μοιάζει να βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά στο σκοτάδι, με τη φτώχεια να θεριεύει, τους πολέμους να επεκτείνονται, την εξαθλίωση να χτυπά ακόμη και χώρες που κάποτε τις θεωρούσαν «θωρακισμένες», τις εργασιακές σχέσεις να γίνονται χειρότερες κι από αυτές του 19ου αιώνα και την εμπορευματοποίηση των πάντων να μετατρέπει την ανθρώπινη ζωή σε αριθμό στα excel των επιχειρηματικών ομίλων, γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό να στραφεί κανείς προς μια δύναμη που δεν ψάχνει να κρυφτεί πίσω από δικαιολογίες. Είναι ζωτικό να μπει κάποιος στις γραμμές του ΚΚΕ, γιατί το ΚΚΕ είναι το μοναδικό κόμμα που μιλάει ξεκάθαρα για το ποιος φταίει και για το ποιος μπορεί να αλλάξει την κατάσταση. Οχι οι «σωτήρες», όχι οι εναλλαγές κυβερνήσεων, αλλά ο ίδιος ο λαός, οργανωμένος, με σχέδιο και αποφασιστικότητα. Ζωτικό, γιατί σε μια εποχή που η προπαγάνδα προσπαθεί να μας πείσει πως «δεν υπάρχει εναλλακτική», το ΚΚΕ είναι η ζωντανή απόδειξη του αντίθετου, μια δύναμη που δείχνει, με συνέπεια δεκαετιών, ότι υπάρχει δρόμος έξω από την εκμετάλλευση, έξω από την υποταγή στις αγορές, έξω από το ΝΑΤΟ και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, έξω από τη λογική ότι ο λαός πρέπει να πληρώνει παντού και για πάντα. Και, τελικά, είναι ζωτικό να ενταχθεί κάποιος στο ΚΚΕ γιατί μέσα στη δυστοπία της εποχής, όπου η αλήθεια διαστρεβλώνεται καθημερινά, χρειάζεται μια δύναμη που να δίνει νόημα, προσανατολισμό, προοπτική, μια δύναμη να οργανώνει τον αγώνα χωρίς αναβολές. Το ΚΚΕ είναι αυτή η δύναμη. Και γι’ αυτό, σε καιρούς σαν τους σημερινούς, το να μπει κανείς στις γραμμές του δεν είναι απλώς μια επιλογή, είναι πράξη ευθύνης απέναντι στο μέλλον, απέναντι στους ανθρώπους γύρω του, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό.

Στη σωστή πλευρά της Ιστορίας

Και έτσι φτάσαμε στο σήμερα, μισό αιώνα μετά. Και ενώ τόσα άλλαξαν γύρω μας – κυβερνήσεις, μόδες, τεχνολογία, νόμισμα, «εθνοσωτήρες», ιδεολογήματα μίας χρήσης – εκείνη η βαθιά κόκκινη γραμμή που χαράχτηκε στην εφηβεία μου όχι μόνο δεν ξεθώριασε, αλλά έγινε πιο έντονη, σχεδόν εκτυφλωτική. Και μέσα σε όλες τις ψευδαισθήσεις, τις διαψεύσεις και τις μεταλλάξεις των καιρών, υπάρχει ακόμη ζωντανή, ατόφια η ίδια ματιά που είχαν τότε οι διανοούμενοι εκείνης της γενιάς, η ίδια πίστη ότι ο αγώνας δεν είναι ουτοπία, αλλά ευθύνη. Είδα ποιοι λύγισαν και είδα ποιοι δεν λύγισαν ποτέ. Πέρασαν πενήντα χρόνια λοιπόν από εκείνη τη νύχτα, που το οικογενειακό φαγοπότι έκρυβε τη μεγαλύτερη πρόκληση μιας ολόκληρης ζωής. Η εφηβική επιλογή δεν ήταν εφηβική αντίδραση ή πείσμα. Ηταν πολιτική συνειδητοποίηση που ωρίμασε μαζί μου, δυνάμωσε μαζί μου, και τώρα, που η χώρα και ο κόσμος όλος δοκιμάζονται ξανά, νιώθω πιο καθαρά από ποτέ ότι συμμετείχα στην Ιστορία από τη σωστή πλευρά, αφού στον καιρό των μεγάλων ψευδαισθήσεων κρατήθηκα από το μόνο αληθινό. Και όσο έχω φωνή, νου και καρδιά, θα συνεχίζω από εδώ, από το ΚΚΕ. Από εδώ που η πολιτική δεν είναι «καριέρα», αλλά καθήκον. Από εδώ που η αλήθεια δεν φοβάται, μόνο φωτίζει, διαλύοντας σκοτάδια και ψέματα. Οχι γιατί το λέει κάποια «γραμμή». Αλλά γιατί το λέει η ζωή.

Της
Σεμίνας Διγενή

Πηγή : Ριζοσπάστης 6 – 7 / 12 – 2025

Κυβισμός – ένα κίνημα που δεν μας άφησε ποτέ

Δημήτρης Στεφανάκης

Δευτέρα, 01/12/2025 10:26

 27  Tweet

Ο κυβισμός είχε αρχικά περιορισμένο πεδίο εφαρμογής

Κυβισμός - ένα κίνημα που δεν μας άφησε ποτέ

Ξεκίνησε το 1907 με τις Δεσποινίδες της Αβινιόν και τελείωσε το 1914 με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Όλα αυτά στα χαρτιά, γιατί ο κυβισμός συνέχισε έκτοτε να επηρεάζει την αρχιτεκτονική και τις διακοσμητικές τέχνες. Ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του Πάμπλο Πικάσο να ήταν η νέα αντίληψη για τον κόσμο, που δεν ήταν ωστόσο τόσο νέα, αν σκεφτεί κανείς τις Ιβηρικές και Αφρικανικές επιρροές στο κοσμογονικό έργο του «Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν».

Αρχείο:Οι δεσποινίδες της Αβινιόν.jpg - Βικιπαίδεια

Ήταν πολλά τα ρεύματα που αναζωογόνησαν την εικαστική πραγματικότητα στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως για παράδειγμα ο φωβισμός ή το νταντά. Κανένα από όλα αυτά δεν μακροημέρευσε, εκτός από τον κυβισμό που ακόμα κι όταν αποκαθηλώθηκε, συνέχισε να επηρεάζει ενεργά τις εξελίξεις και την μοντέρνα αντίληψη για τον κόσμο.

Κυβισμός. Τι κρύβουν τα παράξενα πορτρέτα του Pablo Picasso;» - Μουσείο  Κυκλαδικής Τέχνης

Ο κυβισμός, όπως και ο φωβισμός, δεν δικαιολογείται ιστορικά ούτε θεωρητικά. Είναι μια διφορούμενη μετάβαση στη γεωμετρικοποίηση της τέχνης, τόσο απότομη αν σκεφτεί κανείς ότι λίγα χρόνια νωρίτερα ο ιμπρεσιονισμός, μια τέχνη τόσο κλασική σε σχέση με τον κυβισμό, εθεωρείτο ακόμα καλλιτεχνική πρωτοπορία. Φαίνεται όμως εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η επιδραστικότητα του Σεζάν. Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν απέχουν ελάχιστα από τις περίφημες Σεζανικές Λουόμενες, η πυραμιδική δομή των οποίων έχει απλά αντικατασταθεί από κάθετες παραλλήλους.

Τα Kλασικά: Οι «μεγάλες λουόμενες» του Σεζάν - Fosonline
Ο κυβισμός της ΝΔ” γράφει ο Δημήτρης Αθανασιάδης - Faretra.info Ηλεκτρονική  Εφημερίδα της Ημαθίας

Σε κάθε περίπτωση ο κυβισμός δεν μας άφησε ποτέ. Φαίνεται καθαρά η ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να εμπιστευθεί τη γεωμετρία ως μείζονα αισθητική εφαρμογή, ασχέτως αν ο Πικάσο με τον Μπρακ αποφάσισαν να λύσουν το πρόβλημα της δόμησης όχι με τη σεζανική μέθοδο του χρώματος αλλά με το παιχνίδι φωτός και σκιάς.

Διαβάστε το «ΦΩΣ» καθημερινά στον υπολογιστή σας

Ακολουθήστε το ΦΩΣ στο Facebook και στο Instagram

Πηγή : FOSONLINE.GR

Κοινοποιήστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *