ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Σε συνέχεια των κειμένων του Λένιν που δημοσιεύσαμε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, συνεχίζουμε σε αυτό το φύλλο του «Ριζοσπάστη» με δύο κείμενα του Ι. Β. Στάλιν, γραμμένα 8-9 χρόνια από την έναρξη της ΝΕΠ, που αφορούν την περίοδο της στροφής από τη ΝΕΠ στο ανέβασμα της εκβιομηχάνισης και στην κολεκτιβοποίηση. Ουσιαστικά, με τις πολιτικές αποφάσεις του 15ου Συνεδρίου του ΚΚ(Μπ.) ανοίγει μια νέα περίοδος της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ. Αυτή αντανακλάται και στις γραμμές του Κόμματος και παίρνει οξυμένες μορφές τόσο με τις θέσεις που υποστήριζαν οι Μπουχάριν, Ρίκοφ και άλλοι, όσο και με τις θέσεις των οπαδών του Τρότσκι, που κατήγγειλαν την κολεκτιβοποίηση ως τυχοδιωκτισμό. Ταυτόχρονα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι εκείνη την περίοδο αρχίζουν να πυκνώνουν τα σύννεφα ενός νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου, γεγονός που ασκεί πίεση για επιτάχυνση ορισμένων βασικών κατευθύνσεων που αφορούν την εκβιομηχάνιση της ΕΣΣΔ. Αυτή είναι η περίοδος που χαρακτηρίζεται ως περίοδος «σταλινικών διώξεων» και «μεγάλης εκκαθάρισης» από την αστική ιστοριογραφία. Ανεξάρτητα από παραλείψεις, λάθη, σοβαρές παραβιάσεις και μια σειρά άλλα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο βαθύτερης μελέτης, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση οι εξελίξεις αυτές να ιδωθούν έξω από την πορεία της ταξικής πάλης και την επίδρασή της στο Κόμμα, τις διάφορες εκφράσεις του οπορτουνισμού που – όπως έχει σωστά διατυπωθεί από τον Λένιν και έχει αποδειχθεί ιστορικά με τραγικό τρόπο – σε ένα στάδιο ανάπτυξής τους μετατρέπονται σε αντεπαναστατική δύναμη. Στα κείμενα του Στάλιν ουσιαστικά γίνεται προσπάθεια να τεκμηριωθούν οι δυνατότητες που έχουν διαμορφωθεί για το σταδιακό ξεπέρασμα της ΝΕΠ.
Ι.Β. ΣΤΑΛΙΝ
Ο χρόνος της μεγάλης στροφής
Στη 12η επέτειο του Οκτώβρη
Ο χρόνος που πέρασε ήταν ο χρόνος μιας μεγάλης στροφής σ’ όλα τα μέτωπα της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης. Η στροφή αυτή έγινε και εξακολουθεί να γίνεται κάτω απ’ το σύνθημα της αποφασιστικής επίθεσης του σοσιαλισμού ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία της πόλης και του χωριού. Η χαρακτηριστική ιδιομορφία αυτής της επίθεσης είναι ότι μας έδωσε κιόλας μια σειρά αποφασιστικές επιτυχίες στους βασικούς τομείς του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (ανασυγκρότησης) της λαϊκής μας οικονομίας.
Απ’ αυτό βγαίνει ότι το κόμμα μπόρεσε να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά την υποχώρησή μας στα πρώτα στάδια της νέας οικονομικής πολιτικής για να οργανώσει αργότερα, στα κατοπινά στάδιά της, τη στροφή και να διεξαγάγει μ’ επιτυχία την επίθεση ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία. Με την καθιέρωση της ΝΕΠ ο Λένιν έλεγε: «Εμείς τώρα υποχωρούμε, σα να πηγαίνουμε προς τα πίσω, μα το κάνουμε για να κάνουμε πρώτα πίσω, και να πάρουμε μετά φόρα και να κάνουμε ένα άλμα πιο μεγάλο προς τα μπρος. Μόνο μ’ αυτό τον όρο υποχωρήσαμε, πραγματοποιώντας την νέα οικονομική πολιτική. Πού και πώς πρέπει τώρα να ανασυγκροτηθούμε, να προσαρμοστούμε, να αναδιοργανωθούμε, ώστε μετά την υποχώρηση να αρχίσουμε μια σφοδρότατη επίθεση προς τα μπρος…».25
Τα αποτελέσματα του χρόνου που πέρασε δείχνουν αναμφισβήτητα ότι το κόμμα εκπληρώνει στη δουλειά του με επιτυχία την αποφασιστική αυτή υπόδειξη του Λένιν.
* * *
Αν πάρουμε τα αποτελέσματα του χρόνου που πέρασε στον τομέα της οικονομικής ανοικοδόμησης, που έχει για μας αποφασιστική σημασία, βλέπουμε ότι οι επιτυχίες της επίθεσής μας σ’ αυτό το μέτωπο, οι κατακτήσεις μας μέσα στον χρόνο που πέρασε, θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τρία βασικά σημεία.
I
ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι ένα απ’ τα πιο σπουδαία γεγονότα της ανοικοδόμησής μας τον τελευταίο χρόνο είναι το γεγονός ότι κατορθώσαμε να πετύχουμε αποφασιστική στροφή στον τομέα της παραγωγικότητας της εργασίας. Η στροφή αυτή εκφράστηκε με την ανάπτυξη της δημιουργικής πρωτοβουλίας και μιας μεγάλης έξαρσης στη δουλειά των εκατομμυρίων της εργατικής τάξης στο μέτωπο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης. Αυτή ήταν η πρώτη και βασική κατάκτησή μας τον χρόνο που πέρασε.
Η ανάπτυξη της δημιουργικής πρωτοβουλίας και της έξαρσης των μαζών στη δουλειά διεγείρονταν προς τρεις βασικές κατευθύνσεις:
α) προς την κατεύθυνση της πάλης ενάντια στη γραφειοκρατία, που αλυσοδένει την πρωτοβουλία και τη δραστηριότητα των μαζών στη δουλειά – με την αυτοκριτική,
β) προς την κατεύθυνση της πάλης ενάντια σε κείνους που το σκάνε απ’ τη δουλειά και παραβιάζουν την προλεταριακή πειθαρχία στη δουλειά – με τη σοσιαλιστική άμιλλα,
γ) προς την κατεύθυνση της πάλης ενάντια στη ρουτίνα και την αδράνεια στην παραγωγή – με την οργάνωση της συνεχούς λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουμε μια τεράστια κατάκτηση στο μέτωπο της δουλειάς, που εκφράζεται με τον ενθουσιασμό στη δουλειά και τις αλληλοπροσκλήσεις για άμιλλα των εκατομμυρίων μαζών της εργατικής τάξης σ’ όλες τις άκρες της απέραντης χώρας μας. Και η σημασία αυτής της κατάκτησης είναι πραγματικά ανεκτίμητη, γιατί μονάχα η έξαρση κι ο ενθουσιασμός στη δουλειά των εκατομμυρίων μαζών μπορούν να εξασφαλίσουν την προοδευτική εκείνη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, που χωρίς αυτή δεν μπορεί να νοηθεί οριστική νίκη του σοσιαλισμού στη χώρα μας ενάντια στον καπιταλισμό.
«Η παραγωγικότητα της εργασίας -λέει ο Λένιν- είναι σε τελευταία ανάλυση το σπουδαιότερο, το κυριότερο για τη νίκη του νέου κοινωνικού καθεστώτος. Ο καπιταλισμός δημιούργησε μιαν άγνωστη για τη δουλοπαροικία παραγωγικότητα της εργασίας».26
Ξεκινώντας απ’ αυτό, ο Λένιν θεωρεί ότι: «Πρέπει να εμπνεόμαστε από τον εργασιακό ενθουσιασμό, από τη θέληση για εργασία και από επιμονή, πράγματα από τα οποία τώρα εξαρτάται η γρηγορότερη σωτηρία των εργατών και των αγροτών, η σωτηρία της λαϊκής οικονομίας».27
Αυτό το καθήκον έβαλε ο Λένιν μπροστά στο κόμμα.
Ο χρόνος που πέρασε έδειξε πως το κόμμα εκπληρώνει με επιτυχία αυτό το καθήκον, υπερνικώντας αποφασιστικά τις δυσκολίες που ορθώνονται στον δρόμο αυτό.
Ετσι έχει το ζήτημα με την πρώτη σπουδαία κατάκτηση του κόμματος τον χρόνο που πέρασε.
II
ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
Με την πρώτη αυτή κατάκτηση του κόμματος συνδέεται αδιάσπαστα και η δεύτερή του κατάκτηση. Η δεύτερη αυτή κατάκτηση του κόμματος είναι ότι κατορθώσαμε σε βασικές γραμμές τον χρόνο που μας πέρασε να λύσουμε ευνοϊκά το πρόβλημα της συσσώρευσης για την ανοικοδόμηση των κεφαλαιωδών έργων της βαριάς βιομηχανίας, ότι καθιερώσαμε επιταχυνόμενους ρυθμούς ανάπτυξης της παραγωγής μέσων παραγωγής και ότι δημιουργήσαμε τις προϋποθέσεις για τη μετατροπή της χώρας μας σε χώρα της μεταλλουργίας.
Αυτή είναι η δεύτερη και η βασική μας κατάκτηση τον χρόνο που πέρασε.
Το πρόβλημα της ελαφριάς βιομηχανίας δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Το έχουμε λύσει κιόλας πριν από λίγα χρόνια. Δυσκολότερο και σπουδαιότερο είναι το πρόβλημα της βαριάς βιομηχανίας.
Δυσκολότερο, γιατί απαιτεί κολοσσιαίες επενδύσεις κι όπως μας δείχνει η ιστορία των βιομηχανικά καθυστερημένων χωρών, η βαριά βιομηχανία δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς κολοσσιαία μακροπρόθεσμα δάνεια.
Σπουδαιότερο, γιατί χωρίς την ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας δεν μπορούμε ν’ ανοικοδομήσουμε καμιά βιομηχανία, δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε καμιά εκβιομηχάνιση.
Και μια που δεν είχαμε και δεν έχουμε ούτε μακροπρόθεσμα δάνεια ούτε κάπως μακρόχρονες πιστώσεις, η οξύτητα του προβλήματος γίνεται για μας περισσότερο από εξόφθαλμη.
Απ’ αυτό ακριβώς ξεκινούν οι καπιταλιστές όλων των χωρών, όταν αρνούνται να μας χορηγήσουν δάνεια και πιστώσεις νομίζοντας πως δεν θα τα βγάλουμε πέρα με τις δικές μας τις δυνάμεις σ’ ό,τι αφορά το πρόβλημα της συσσώρευσης, πως θα χρεοκοπήσουμε στο ζήτημα της ανασυγκρότησης της βαριάς βιομηχανίας και θα αναγκαστούμε να τους προσκυνήσουμε και να υποδουλωθούμε σ’ αυτούς.
Τι μας λένε όμως σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα τα αποτελέσματα του χρόνου που μας πέρασε; Η σημασία των αποτελεσμάτων του χρόνου που πέρασε είναι ότι κάναν θρύψαλα τους υπολογισμούς των κυρίων καπιταλιστών.
Ο χρόνος που πέρασε έδειξε ότι, παρόλο τον φανερό και κρυφό αποκλεισμό της ΕΣΣΔ σε δάνεια και πιστώσεις, δεν παραδοθήκαμε στο έλεος των καπιταλιστών και ότι λύσαμε με επιτυχία, με τις δικές μας τις δυνάμεις, το πρόβλημα της συσσώρευσης, βάζοντας τα θεμέλια της βαριάς βιομηχανίας. Αυτό δεν μπορούν να το αρνηθούν σήμερα ακόμα κι οι πιο άσπονδοι εχθροί της εργατικής τάξης.
Πραγματικά, αν, πρώτο, οι επενδύσεις κεφαλαίων στη μεγάλη βιομηχανία ξεπέρασαν πέρσι τα 1.600.000.000 ρούβλια, απ’ τα οποία τα 1.300.000.000 περίπου πήγαν για τη βαριά βιομηχανία, και αν οι επενδύσεις κεφαλαίων στη μεγάλη βιομηχανία φέτος ξεπερνούν τα 3.400.000.000 ρούβλια, απ’ τα οποία πάνω από 2.500.000.000 θα πάνε για τη βαριά βιομηχανία, αν, δεύτερο, η συνολική παραγωγή της μεγάλης βιομηχανίας σημείωσε πέρσι 23% αύξηση, κι απ’ αυτήν η βαριά βιομηχανία σημείωσε στην ίδια περίοδο αύξηση 30%, και αν η συνολική παραγωγή της μεγάλης βιομηχανίας θα σημειώσει φέτος αύξηση 32%, και απ’ αυτήν η βαριά βιομηχανία στην ίδια περίοδο θα σημειώσει αύξηση 46% – δεν είναι μήπως ξεκάθαρο πως το πρόβλημα της συσσώρευσης για την ανοικοδόμηση της βαριάς βιομηχανίας δεν παρουσιάζει πια για μας αξεπέραστες δυσκολίες;
Πώς μπορεί ν’ αμφιβάλλει κανείς ότι βαδίζουμε μπροστά με επιταχυνόμενα βήματα στον δρόμο της ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας μας, ξεπερνώντας τους παλιούς ρυθμούς και αφήνοντας πίσω την «προαιώνια» καθυστέρησή μας;
Μπορεί άραγε, ύστερα απ’ όλα όσα ειπώθηκαν, να εκπλήσσεται κανείς, γιατί τον χρόνο που μας πέρασε ξεπεράστηκαν οι προβλέψεις του πεντάχρονου σχεδίου, και η αισιόδοξη παραλλαγή του πεντάχρονου, που θεωρούνταν απ’ τους αστούς καλαμαράδες «απρόσιτη φαντασία» και που προκαλούσε τη φρίκη στους δεξιούς οπορτουνιστές μας (ομάδα Μπουχάριν), μετατράπηκε στην πράξη σε παραλλαγή – μίνιμουμ του πεντάχρονου;
«Σωτηρία για τη Ρωσία -λέει ο Λένιν- δεν είναι μόνο μια καλή σοδειά της αγροτικής οικονομίας, αυτό δεν αρκεί, δεν είναι μόνο μια καλή κατάσταση της ελαφράς βιομηχανίας, που προμηθεύει στους αγρότες είδη κατανάλωσης, κι αυτό επίσης δεν αρκεί. Μας χρειάζεται ακόμη βαριά βιομηχανία. (…) αν δεν σωθεί η βαριά βιομηχανία, αν δεν ανορθωθεί, δεν θα μπορέσουμε να χτίσουμε καμιά βιομηχανία, και χωρίς βιομηχανία εμείς γενικά θα χαθούμε σαν ανεξάρτητη χώρα. (…) Η βαριά βιομηχανία έχει ανάγκη από κρατικές επιχορηγήσεις. Αν δεν τις βρούμε, χανόμαστε σαν πολιτισμένο κράτος, δε λέω πια σαν σοσιαλιστικό».28
Να πόσο κατηγορηματικά διατυπώνει ο Λένιν το πρόβλημα της συσσώρευσης και το καθήκον του κόμματος για την ανοικοδόμηση της βαριάς βιομηχανίας.
Ο χρόνος που πέρασε έδειξε ότι το κόμμα τα βγάζει πέρα με επιτυχία σ’ αυτό το καθήκον, υπερνικώντας αποφασιστικά κάθε είδους δυσκολία στον δρόμο αυτό.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η βιομηχανία δεν θα συναντήσει πια σοβαρές δυσκολίες. Το καθήκον της ανοικοδόμησης της βαριάς βιομηχανίας δεν σκοντάφτει μονάχα στο πρόβλημα της συσσώρευσης. Σκοντάφτει και στο πρόβλημα των στελεχών, στο πρόβλημα:
α) της προσέλκυσης στη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση δεκάδων χιλιάδων τεχνικών και ειδικών, που να έχουν ευμενείς διαθέσεις απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς και
β) της κατάρτισης νέων κόκκινων τεχνικών και κόκκινων ειδικών από ανθρώπους της εργατικής τάξης.
Αν το πρόβλημα της συσσώρευσης μπορεί να θεωρείται βασικά λυμένο, το πρόβλημα των στελεχών περιμένει ακόμα τη λύση του. Και το πρόβλημα των στελεχών αποτελεί τώρα, στις συνθήκες της τεχνικής ανασυγκρότησης της βιομηχανίας, το αποφασιστικό πρόβλημα της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης.
«Το κυριότερο που μας λείπει -λέει ο Λένιν- είναι η μόρφωση, η ικανότητα να διοικούμε. Να αποδειχτεί με μικρά παραδείγματα. Οικονομικά και πολιτικά η ΝΕΠ μας εξασφαλίζει πέρα για πέρα τη δυνατότητα να βάλουμε τα θεμέλια της σοσιαλιστικής οικονομίας. Ολο το ζήτημα κρέμεται “μόνο” από τις πολιτιστικές δυνάμεις του προλεταριάτου και της πρωτοπορίας του».29
Είναι φανερό ότι εδώ πρόκειται, πριν απ’ όλα, για το πρόβλημα των «πολιτιστικών δυνάμεων», για το πρόβλημα των στελεχών της οικονομικής ανοικοδόμησης γενικά, της ανοικοδόμησης και της διεύθυνσης της βιομηχανίας ιδιαίτερα.
Απ’ αυτό όμως προκύπτει ότι, παρ’ όλες τις σοβαρότατες κατακτήσεις στον τομέα της συσσώρευσης, που έχουν ουσιαστική σημασία για τη βαριά βιομηχανία, το πρόβλημα της ανοικοδόμησης της βαριάς βιομηχανίας δεν πρέπει να θεωρείται πέρα για πέρα λυμένο, όσο δεν θα ‘χει λυθεί το πρόβλημα των στελεχών.
Από δω βγαίνει το καθήκον του κόμματος: να καταπιαστεί στα γερά με το πρόβλημα των στελεχών και να κυριεύσει με κάθε θυσία αυτό το φρούριο.
Ετσι έχει το ζήτημα με τη δεύτερη κατάκτηση του κόμματος τον χρόνο που πέρασε.
III
ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Τέλος, για την τρίτη κατάκτηση του κόμματος, τον χρόνο που πέρασε, που συνδέεται οργανικά με τις δυο πρώτες κατακτήσεις. Πρόκειται για τη ριζική στροφή που έγινε στην ανάπτυξη της γεωργίας μας, από το μικρό και καθυστερημένο ατομικό νοικοκυριό προς τη μεγάλη και πρωτοπόρα συλλογική γεωργία, προς την από κοινού καλλιέργεια της γης, προς τους μηχανοτρακτερικούς σταθμούς, προς τα αρτέλ, τα κολχόζ, που στηρίζονται στη νέα τεχνική και τέλος προς τα σοβχόζ – γίγαντες, που είναι εξοπλισμένα με εκατοντάδες τρακτέρ και κομπάιν.
Η κατάκτηση του κόμματος εδώ είναι ότι κατορθώσαμε σε μια ολόκληρη σειρά περιοχές να στρέφουμε τις βασικές μάζες της αγροτιάς απ’ τον παλιό, τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, απ’ τον οποίο κερδίζουν μονάχα μια χούφτα πλούσιοι καπιταλιστές, ενώ η τεράστια πλειονότητα των αγροτών είναι καταδικασμένη να καταστρέφεται και να φυτοζωεί μέσα στην αθλιότητα – προς τον καινούργιο δρόμο, τον σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης, που εκτοπίζει τους πλούσιους καπιταλιστές και επανεξοπλίζει με νέο τρόπο τους μεσαίους αγρότες και τη φτωχολογιά, τους εξοπλίζει με νέα εργαλεία, τους εξοπλίζει με τρακτέρ και γεωργικές μηχανές, για να τους δώσει τη δυνατότητα ν’ απαλλαχτούν απ’ την εξαθλίωση και την υποδούλωση στον κουλάκο και να βγουν στον πλατύ δρόμο της συντροφικής, της συλλογικής καλλιέργειας της γης.
Η κατάκτηση του κόμματος είναι ότι κατορθώσαμε να οργανώσουμε αυτή τη ριζική στροφή μέσα στους κόλπους της ίδιας της αγροτιάς και να οδηγήσουμε μαζί μας τις πλατιές μάζες της φτωχολογιάς και των μεσαίων αγροτών, παρά τις απίστευτες δυσκολίες, παρά την απεγνωσμένη αντίδραση των κάθε λογής σκοτεινών δυνάμεων, από τους κουλάκους και τους παπάδες ως τους φιλισταίους και τους δεξιούς οπορτουνιστές.
Να μερικοί αριθμοί.
Η σπαρμένη επιφάνεια των σοβχόζ το 1928 ήταν 1.425.000 εκτάρια με εμπορεύσιμη παραγωγή σιτηρών πάνω από 6 εκατομμύρια μετρικούς στατήρες (πάνω από 36 εκατομμύρια πούτια), ενώ η σπαρμένη επιφάνεια των κολχόζ ήταν 1.390.000 εκτάρια με εμπορεύσιμη παραγωγή σιτηρών 3 1/2 περίπου εκατομμύρια μετρικούς στατήρες (πάνω από 20 εκατομμύρια πούτια).
Το 1929 η σπαρμένη επιφάνεια των σοβχόζ ήταν 1.816.000 εκτάρια με εμπορεύσιμη παραγωγή σιτηρών 8 περίπου εκατομμύρια μετρικούς στατήρες (περίπου 47 εκατομμύρια πούτια), ενώ η σπαρμένη επιφάνεια των κολχόζ ήταν 4.262.000 εκτάρια, με εμπορεύσιμη παραγωγή σιτηρών 13 περίπου εκατομμύρια μετρικούς στατήρες (περίπου 78 εκατομμύρια πούτια).
Του χρόνου, το 1930, η σπαρμένη επιφάνεια των σοβχόζ πρέπει να φτάσει, σύμφωνα με τους αριθμούς ελέγχου, 3.280.000 εκτάρια, με 18 εκατομμύρια μετρικούς στατήρες (περίπου 110 εκατομμύρια πούτια) εμπορεύσιμη παραγωγή σιτηρών, ενώ η σπαρμένη επιφάνεια των κολχόζ θα φτάσει οπωσδήποτε 15 εκατομμύρια εκτάρια, με 49 περίπου εκατομμύρια μετρικούς στατήρες (περίπου 300 εκατομμύρια πούτια) εμπορεύσιμη παραγωγή σιτηρών.
Μ’ άλλα λόγια, του χρόνου, το 1930, η εμπορεύσιμη παραγωγή σιτηρών στα σοβχόζ και στα κολχόζ θα είναι πάνω από 400 εκατομμύρια πούτια, δηλαδή πάνω από τα 50% της εμπορεύσιμης παραγωγής σιτηρών όλης της αγροτικής οικονομίας (σιτηρών που κυκλοφορούν έξω από το χωριό).
Πρέπει να παραδεχτούμε πως τέτοιους θυελλώδεις ρυθμούς ανάπτυξης δεν γνωρίζει κι αυτή ακόμα η κοινωνικοποιημένη μεγάλη βιομηχανία μας, που oι ρυθμοί ανάπτυξής της διακρίνονται γενικά για τη μεγάλη τους ορμητικότητα.
Είναι φανερό ότι η νεαρή μεγάλη σοσιαλιστική γεωργία μας (κολχόζνικη και σοβχόζνικη) έχει μεγάλο μέλλον και θα παρουσιάσει θαύματα ανάπτυξης.
Η πρωτοφανέρωτη αυτή επιτυχία στον τομέα της κολχόζνικης ανοικοδόμησης εξηγείται με ολόκληρη σειρά αιτίες, απ’ τις οποίες θα ‘πρεπε να σημειωθούν τουλάχιστον οι παρακάτω.
Εξηγείται, πριν απ’ όλα, με το γεγονός ότι το κόμμα εφάρμοσε λενινιστική πολιτική διαπαιδαγώγησης των μαζών, οδηγώντας με συνέπεια τις αγροτικές μάζες στα κολχόζ με τη δημιουργία του συνεταιριστικού κινήματος. Εξηγείται με το γεγονός ότι το κόμμα διεξήγαγε με επιτυχία τον αγώνα, τόσο ενάντια σε κείνους που προσπαθούσαν να προπορεύονται απ’ το κίνημα και να επιβάλλουν την ανάπτυξη των κολχόζ με διατάγματα («αριστεροί» φρασεολόγοι) όσο και ενάντια σε κείνους που προσπαθούσαν να τραβήξουν το κόμμα προς τα πίσω και να μείνουν στην ουρά του κινήματος (δεξιοί χοντροκέφαλοι). Χωρίς μια τέτοια πολιτική το κόμμα δεν θα μπορούσε να μετατρέψει το κολχόζνικο κίνημα σε πραγματικά μαζικό κίνημα των ίδιων των αγροτών.
«…όταν το προλεταριάτο της Πετρούπολης και οι στρατιώτες της φρουράς της Πετρούπολης έπαιρναν την εξουσία -λέει ο Λένιν- ήξεραν θαυμάσια ότι η δουλειά της οικοδόμησης στο χωριό θα συναντήσει μεγάλες δυσκολίες, ότι εδώ χρειάζεται να προχωράμε με πιο αργούς ρυθμούς, ότι η απόπειρα να καθιερωθεί εδώ με διατάγματα, με νομοθετήματα η κοινή καλλιέργεια της γης θα ήταν η μεγαλύτερη κουταμάρα, ότι μόνο ένας ασήμαντος αριθμός συνειδητών αγροτών θα μπορούσε να συμφωνήσει μ’ αυτό, ενώ η τεράστια πλειοψηφία των αγροτών δεν έβαζε τέτοιο καθήκον. Και γι’ αυτό περιοριστήκαμε σε ό,τι ήταν απόλυτα απαραίτητο για την ανάπτυξη της επανάστασης: σε καμιά περίπτωση να μην τραβήξουμε πιο μπροστά από την ανάπτυξη των μαζών, αλλά να περιμένουμε να εκδηλωθεί η κίνηση προς τα μπρος από την ίδια την πείρα αυτών των μαζών, από την ίδια τους την πάλη».30
Αν το κόμμα κέρδισε μια τεράστια νίκη στο μέτωπο της κολχόζνικης ανοικοδόμησης, είναι γιατί εκπλήρωνε με ακρίβεια αυτή την υπόδειξη τακτικής του Λένιν.
Η πρωτοφανέρωτη αυτή επιτυχία στην αγροτική ανοικοδόμηση εξηγείται, δεύτερο, με το γεγονός ότι η Σοβιετική εξουσία υπολόγισε σωστά τις αυξανόμενες ανάγκες της αγροτιάς σε νέα σύνεργα, σε νέα τεχνικά μέσα, ότι υπολόγισε σωστά το αδιέξοδο, όπου βρισκόταν η αγροτιά με τις παλιές μορφές καλλιέργειας της γης, και παίρνοντας υπόψη όλα αυτά, οργάνωσε έγκαιρα τη βοήθεια της αγροτιάς με τους σταθμούς ενοικίασης γεωργικών μηχανών, με τις φάλαγγες των τρακτέρ, με τους μηχανο-τρακτερικούς σταθμούς, με την οργάνωση της από κοινού καλλιέργειας της γης, με τη δημιουργία των κολχόζ και τέλος, με την ολόπλευρη βοήθεια του αγροτικού νοικοκυριού απ’ τις δυνάμεις των σοβχόζ.
Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας εμφανίστηκε στον κόσμο μια εξουσία, η εξουσία των Σοβιέτ, που απόδειξε στην πράξη την απόφαση και την ικανότητά της να προσφέρει στις εργαζόμενες μάζες της αγροτιάς συστηματική και μακρόχρονη παραγωγική βοήθεια.
Μήπως δεν είναι ξεκάθαρο ότι οι εργαζόμενες μάζες της αγροτιάς, που ανέκαθεν υποφέρουν από έλλειψη σύνεργων δεν μπορούσαν παρά να γαντζωθούν απ’ αυτή τη βοήθεια και να πάρουν τον δρόμο του κολχόζνικου κινήματος;
Και μήπως μπορεί να απορεί κανείς για το γεγονός ότι το παλιό σύνθημα των εργατών: «Να στραφούμε προς το χωριό», θα συμπληρώνεται, ασφαλώς από δω και μπρος, με το καινούργιο σύνθημα των αγροτών κολχόζνικων: «Να στραφούμε προς την πόλη»;
Η πρωτοφανέρωτη αυτή επιτυχία στο έργο της κολχόζνικης ανοικοδόμησης εξηγείται, τέλος, με το γεγονός ότι το έργο αυτό το ανέλαβαν οι πρωτοπόροι εργάτες της χώρας μας. Εννοώ τις εργατικές μπριγκάντες που είναι σκορπισμένες κατά δεκάδες και εκατοντάδες στις βασικές περιοχές της χώρας μας. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι από όλους τους σημερινούς και τους δυνατούς προπαγανδιστές του κολχόζνικου κινήματος οι εργάτες – προπαγανδιστές είναι οι καλύτεροι προπαγανδιστές μέσα στις αγροτικές μάζες. Τι το παράξενο, λοιπόν, αν οι εργάτες κατόρθωσαν να πείσουν τους αγρότες για την υπεροχή του μεγάλου συλλογικού νοικοκυριού απέναντι στο μικρό ατομικό νοικοκυριό, πολύ περισσότερο που τα υπάρχοντα κολχόζ και σοβχόζ αποτελούν παραστατικό παράδειγμα που δείχνει αυτή την υπεροχή;
Να ποιοι είναι οι όροι που έκαναν δυνατή την κατάκτησή μας στον τομέα της κολχόζνικης ανοικοδόμησης, κατάκτηση που, κατά τη γνώμη μου, είναι η πιο σπουδαία και η πιο αποφασιστική απ’ όλες τις κατακτήσεις των τελευταίων χρόνων.
Κατάρρευσαν και έγιναν σκόνη οι αντιρρήσεις της «επιστήμης» ενάντια στη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα της οργάνωσης μεγάλων εργοστασίων σιτηρών με 40-50 χιλιάδες εκτάρια. Η πράξη διέψευσε τις αντιρρήσεις της «επιστήμης» και έδειξε ακόμα μια φορά ότι δεν πρέπει μονάχα η πράξη να διδάσκεται απ’ την «επιστήμη», μα δεν θα ‘ταν άσχημα και η «επιστήμη» να διδάσκεται απ’ την πράξη.
Στις καπιταλιστικές χώρες δεν εγκλιματίζονται τα μεγάλα εργοστάσια – γίγαντες σιτηρών. Η χώρα μας όμως είναι χώρα σοσιαλιστική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τη «μικρή» αυτή διαφορά.
Εκεί, στους καπιταλιστές, δεν μπορούν να οργανωθούν μεγάλα εργοστάσια σιτηρών, χωρίς να έχουν αγοραστεί μια σειρά κομμάτια γης, ή χωρίς να πληρώνεται η απόλυτη γαιοπρόσοδος, πράγμα που δεν μπορεί παρά να επιβαρύνει την παραγωγή με κολοσσιαία έξοδα, γιατί εκεί υπάρχει η ατομική ιδιοκτησία πάνω στη γη. Στη χώρα μας, αντίθετα, δεν υπάρχει ούτε απόλυτη γαιοπρόσοδος ούτε αγοραπωλησία κομματιών γης, πράγμα που δεν μπορεί παρά να δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη του μεγάλου σιτοπαραγωγικού νοικοκυριού, γιατί στη χώρα μας δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία πάνω στη γη.
Εκεί, στους καπιταλιστές, τα μεγάλα σιτοπαραγωγικά νοικοκυριά έχουν για σκοπό να εξασφαλίσουν το ανώτατο δυνατό κέρδος, ή, πάντως, τέτοιο κέρδος, που να ανταποκρίνεται στο λεγόμενο μέσο ποσοστό κέρδους, γιατί, χωρίς αυτό, το κεφάλαιο γενικά δεν έχει κανένα συμφέρον να ανακατεύεται στην οργάνωση σιτοπαραγωγικών νοικοκυριών. Στη χώρα μας, αντίθετα, τα μεγάλα σιτοπαραγωγικά νοικοκυριά, που είναι ταυτόχρονα και κρατικά νοικοκυριά, δεν έχουν ανάγκη για την ανάπτυξή τους ούτε απ’ το ανώτατο δυνατό κέρδος ούτε από το μέσο ποσοστό κέρδους, μα μπορούν να περιορίζονται στο κατώτατο όριο κέρδους και κάποτε τα βγάζουν πέρα και χωρίς καθόλου κέρδος, πράγμα που δημιουργεί παρ’ όλα αυτά ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη του μεγάλου σιτοπαραγωγικού νοικοκυριού.
Τέλος, στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν υπάρχουν για τα μεγάλα σιτοπαραγωγικά νοικοκυριά ούτε ιδιαίτερες διευκολύνσεις σε πιστώσεις ούτε ιδιαίτερες διευκολύνσεις σ’ ό,τι αφορά τους φόρους, ενώ στο σοβιετικό καθεστώς, που αποβλέπει στην υποστήριξη του σοσιαλιστικού τομέα, υπάρχουν και θα υπάρχουν τέτοιες διευκολύνσεις.
Ολα αυτά τα ξέχασε η αξιοσέβαστη «επιστήμη».
Κατάρρευσαν και έγιναν σκόνη οι ισχυρισμοί των δεξιών οπορτουνιστών (ομάδα Μπουχάριν) ότι:
α) οι αγρότες δεν θα πάνε στα κολχόζ,
β) ο εντατικός ρυθμός ανάπτυξης των κολχόζ δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει μαζική δυσαρέσκεια και την απόσπαση της αγροτιάς απ’ την εργατική τάξη,
γ) η «λεωφόρος» της σοσιαλιστικής ανάπτυξης στο χωριό δεν είναι τα κολχόζ, μα οι συνεταιρισμοί,
δ) η ανάπτυξη των κολχόζ και η επίθεση ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία του χωριού μπορούσαν ν’ αφήσουν τη χώρα χωρίς ψωμί.
Ολα αυτά κατάρρευσαν και έγιναν στάχτη σαν παλιά αστικοφιλελεύθερα απορρίμματα.
Πρώτο, οι αγρότες πήγαν στα κολχόζ, πήγαν κατά ολάκερα χωριά, κατά επαρχίες, κατά περιφέρειες.
Δεύτερο, το μαζικό κολχόζνικο κίνημα δεν εξασθενίζει, μα δυναμώνει τη συμμαχία πόλης και χωριού, προσφέροντάς της καινούργια παραγωγική βάση. Ακόμα κι οι τυφλοί βλέπουν σήμερα ότι, και αν υπάρχει κάποια σοβαρή δυσαρέσκεια στις βασικές μάζες της αγροτιάς, η δυσαρέσκεια αυτή δεν αφορά την κολχόζνικη πολιτική της Σοβιετικής εξουσίας, μα το γεγονός ότι η Σοβιετική εξουσία δεν μπορεί να προφτάσει την ανάπτυξη του κολχόζνικου κινήματος στο έργο του εφοδιασμού των αγροτών με μηχανές και τρακτέρ.
Τρίτο, η συζήτηση για τη «λεωφόρο» της σοσιαλιστικής ανάπτυξης του χωριού είναι συζήτηση σχολαστική, αντάξια για νεαρούς μικροαστούς φιλελεύθερους, τύπου Αιχενβαλντ και Σλεπκόφ. Είναι ξεκάθαρο ότι όσο δεν υπήρχε μαζικό κολχόζνικο κίνημα, η «λεωφόρος» ήταν οι κατώτερες μορφές συνεταιρισμού, ο προμηθευτικός και ο καταναλωτικός συνεταιρισμός. Οταν όμως εμφανίστηκε στη σκηνή η ανώτερη μορφή συνεταιρισμού, η κολχόζνικη μορφή του, τότε αυτή έγινε η «λεωφόρος» της ανάπτυξης.
Για να μιλήσουμε χωρίς εισαγωγικά, η λεωφόρος της σοσιαλιστικής ανάπτυξης του χωριού είναι το συνεταιριστικό σχέδιο του Λένιν, που αγκαλιάζει όλες τις μορφές αγροτικών συνεταιρισμών, απ’ τις κατώτερες (προμηθευτικο-καταναλωτικές) ως τις ανώτερες (παραγωγικο-κολχόζνικες). Αντιπαράθεση των κολχόζ στους συνεταιρισμούς ισοδυναμεί με χλευασμό του λενινισμού και ανοιχτή ομολογία της αμάθειάς σας.
Τέταρτο, και οι τυφλοί ακόμα βλέπουν σήμερα ότι χωρίς την επίθεση ενάντια στα καπιταλιστικά στοιχεία του χωριού και χωρίς την ανάπτυξη του κολχόζνικου και του σοβχόζνικου κινήματος δεν θα είχαμε σήμερα ούτε τις αποφασιστικές επιτυχίες στη συγκέντρωση των σιτηρών, που σημειώθηκαν φέτος, ούτε τα δεκάδες εκατομμύρια πούτια, ανέπαφα αποθέματα σιτηρών, που συσσωρεύτηκαν κιόλας στα χέρια του κράτους.
Κάτι παραπάνω: Μπορούμε να πούμε με πεποίθηση ότι χάρη στην ανάπτυξη του κολχόζνικου και του σοβχόζνικου κινήματος βγαίνουμε οριστικά ή έχουμε βγει κιόλας απ’ την κρίση σιτηρών. Και αν η ανάπτυξη των κολχόζ και των σοβχόζ συνεχιστεί με εντεινόμενους ρυθμούς, δεν υπάρχει λόγος να αμφιβάλλουμε ότι η χώρα μας θα γίνει μέσα σε τρία περίπου χρόνια μια απ’ τις πιο σιτοπαραγωγικές χώρες, αν όχι η πιο σιτοπαραγωγική χώρα του κόσμου.
Ποιο είναι το καινούργιο στο σημερινό κολχόζνικο κίνημα; Το καινούργιο και το αποφασιστικό στο σημερινό κολχόζνικο κίνημα είναι ότι οι αγρότες πάνε στα κολχόζ όχι κατά χωριστές ομάδες, όπως γινόταν πρωτύτερα, μα κατά ολόκληρα χωριά, κατά επαρχίες, κατά περιφέρειες, ακόμα και κατά περιοχές.
Και τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι ο μεσαίος αγρότης τράβηξε τον δρόμο των κολχόζ. Αυτή είναι η βάση της ριζικής εκείνης στροφής στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, που αποτελεί τη σπουδαιότερη κατάκτηση της Σοβιετικής εξουσίας τον χρόνο που πέρασε.
Καταρρέει και γίνεται συντρίμμια η μενσεβίκικη «αντίληψη» του τροτσκισμού ότι η εργατική τάξη είναι ανίκανη να οδηγήσει μαζί της τις βασικές μάζες της αγροτιάς στο έργο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης. Ακόμα και οι τυφλοί βλέπουν σήμερα ότι ο μεσαίος αγρότης στράφηκε προς τα κολχόζ. Σήμερα είναι φανερό για όλους ότι το πεντάχρονο της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας είναι πεντάχρονο σχέδιο ανοικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας και ότι οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στη δυνατότητα ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού στη χώρα μας, δεν έχουν το δικαίωμα να χαιρετίζουν το πεντάχρονο σχέδιό μας.
Καταρρέει και γίνεται σκόνη η ύστατη ελπίδα των καπιταλιστών όλων των χωρών, που ονειρεύονται την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ – αυτή η «ιερή αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας». Οι αγρότες, που τους θεωρούν υλικό που λιπαίνει το έδαφος για τον καπιταλισμό, εγκαταλείπουν κατά μάζες την παινεμένη σημαία της «ατομικής ιδιοκτησίας» και μπαίνουν στον δρόμο του κολεκτιβισμού, στον δρόμο του σοσιαλισμού. Καταρρέει η ύστατη ελπίδα παλινόρθωσης του καπιταλισμού.
Ετσι, ανάμεσα στ’ άλλα, εξηγούνται και οι απεγνωσμένες προσπάθειες των καπιταλιστικών στοιχείων της χώρας μας να ξεσηκώσουν ενάντια στον επιτιθέμενο σοσιαλισμό όλες τις δυνάμεις του παλιού κόσμου, προσπάθειες που οδηγούν στην όξυνση της πάλης των τάξεων. Το κεφάλαιο δεν θέλει «να ενσωματωθεί» στο σοσιαλισμό.
Ετσι επίσης πρέπει να εξηγηθούν και τα λυσσασμένα ουρλιαχτά ενάντια στον μπολσεβικισμό, που βγάζουν τελευταία τα μαντρόσκυλα του καπιταλισμού, οι διάφοροι Στρούβε και Γκέσε, Μιλιουκόφ και Κερένσκι, Νταν και Αμπράμοβιτς. Δεν είναι παίξε – γέλασε: εξαφανίζεται η τελευταία ελπίδα παλινόρθωσης του καπιταλισμού.
Τι άλλο μπορεί να μας δείξει η λυσσασμένη αυτή μανία των ταξικών μας εχθρών και τα άγρια ουρλιαχτά των λακέδων του κεφαλαίου αν όχι ότι το κόμμα κέρδισε πραγματικά μια αποφασιστική νίκη στο πιο δύσκολο μέτωπο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης;
«Μόνο -λέει ο Λένιν- στην περίπτωση που θα κατορθώσουμε να δείξουμε έμπρακτα στους αγρότες τα πλεονεκτήματα της κοινής, συλλογικής, συντροφικής, συνεταιριστικής καλλιέργειας της γης, μόνο αν κατορθώσουμε να βοηθήσουμε τον αγρότη με το συντροφικό, συνεταιριστικό νοικοκυριό, μόνο τότε η εργατική τάξη που κρατά στα χέρια της την κρατική εξουσία θα αποδείξει πραγματικά στον αγρότη πως έχει δίκιο, θα τραβήξει πραγματικά με το μέρος της σταθερά και αληθινά τα εκατομμύρια της αγροτικής μάζας. Γι’ αυτό είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς τη σημασία των κάθε λογής επιχειρήσεων που συντελούν στη συντροφική, συνεταιριστική οργάνωση της γεωργίας. Εχουμε εκατομμύρια μεμονωμένα νοικοκυριά που είναι σκορπισμένα, διασπαρμένα στα απόμερα χωριά. Θα ήταν εντελώς ανόητο να σκεφτούμε να μετασχηματίσουμε τα νοικοκυριά αυτά βιαστικά, με κάποια διαταγή, επιδρώντας απέξω, από μακριά. Καταλαβαίνουμε περίφημα ότι μπορούμε να επιδράσουμε στα εκατομμύρια μικρά αγροτικά νοικοκυριά μόνο βαθμιαία, συνετά, μόνο με το καλό πρακτικό παράδειγμα, γιατί οι αγρότες είναι πολύ πρακτικοί άνθρωποι, πολύ γερά δεμένοι με το παλιό αγροτικό νοικοκυριό, για να δεχτούν οποιεσδήποτε σοβαρές αλλαγές μόνο με συμβουλές και με υποδείξεις των βιβλίων. Αυτό δεν μπορεί να γίνει, μα θα ήταν και ανοησία. Μόνο όταν αποδειχτεί έμπρακτα, με την πείρα, που να την καταλαβαίνουν οι αγρότες, πως το πέρασμα στη συντροφική, συνεταιριστική γεωργία είναι απαραίτητο και δυνατό, μόνο τότε θα έχουμε το δικαίωμα να πούμε πως έγινε ένα σοβαρό βήμα στον δρόμο της σοσιαλιστικής γεωργίας σε μια τόσο απέραντη χώρα, όπως η Ρωσία».31
Ετσι βάζει ο Λένιν το ζήτημα για τους τρόπους που πρέπει να χρησιμοποιηθούν, για να τραβηχτούν τα εκατομμύρια της αγροτιάς με το μέρος της εργατικής τάξης, για να περάσει η αγροτιά στον δρόμο της κολχόζνικης ανοικοδόμησης.
Ο χρόνος που πέρασε έδειξε ότι το κόμμα τα βγάζει πέρα με επιτυχία σ’ αυτό το καθήκον, υπερνικώντας αποφασιστικά κάθε δυσκολία στον δρόμο αυτό.
«Η μεσαία αγροτιά στην κομμουνιστική κοινωνία -λέει ο Λένιν- τότε μόνο θα είναι με το μέρος μας, όταν της ευκολύνουμε και της βελτιώσουμε τις οικονομικές συνθήκες της ζωής της. Αν μπορούσαμε να δώσουμε αύριο 100 χιλιάδες τρακτέρ πρώτης γραμμής, να τα εφοδιάσουμε με βενζίνη, να τα εξασφαλίσουμε με μηχανοδηγούς (ξέρετε πολύ καλά ότι για την ώρα αυτό είναι φαντασία), τότε ο μεσαίος αγρότης θα έλεγε: “Είμαι υπέρ της κομμούνας” (δηλ. υπέρ του κομμουνισμού). Αλλά για να κάνουμε αυτό πρέπει πρώτα να νικήσουμε τη διεθνή αστική τάξη, πρέπει να την αναγκάσουμε να μας δώσει αυτά τα τρακτέρ, ή πρέπει να ανεβάσουμε την παραγωγικότητά μας τόσο που να μπορούμε να τα φτιάξουμε μόνοι μας. Μόνο έτσι θα μπει σωστά αυτό το ζήτημα».32
Ετσι βάζει ο Λένιν το ζήτημα για τους δρόμους που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε για να επανεξοπλίσουμε τεχνικά τον μεσαίο αγρότη, για τους δρόμους που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε για να τον τραβήξουμε με το μέρος του κομμουνισμού.
Ο χρόνος που πέρασε έδειξε ότι το κόμμα τα βγάζει πέρα με επιτυχία και σ’ αυτό το καθήκον. Είναι γνωστό ότι την άνοιξη του 1930 που μας έρχεται θα ‘χουμε στα χωράφια μας πάνω από 60 χιλιάδες τρακτέρ, ένα χρόνο πιο ύστερα πάνω από 100 χιλιάδες τρακτέρ και ύστερα από άλλα δυο χρόνια πάνω από 250 χιλιάδες τρακτέρ. Εκείνο που θεωρούνταν πριν από λίγα χρόνια «φαντασία», έχουμε τώρα τη δυνατότητα να το μετατρέψουμε με το παραπάνω σε πραγματικότητα.
Να ποια είναι η αιτία, που ο μεσαίος αγρότης στράφηκε προς την «κομμούνα».
Ετσι έχει το ζήτημα με την τρίτη κατάκτηση του κόμματος.
Αυτές είναι οι βασικές κατακτήσεις του κόμματος τον χρόνο που μας πέρασε.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Βαδίζουμε πλησίστιοι στον δρόμο της εκβιομηχάνισης, προς τον σοσιαλισμό, αφήνοντας πίσω την προαιώνια «ρούσικη» καθυστέρησή μας.
Γινόμαστε χώρα του μετάλλου, χώρα του αυτοκινήτου, χώρα του τρακτέρ.
Και όταν θα βάλουμε την ΕΣΣΔ στο αυτοκίνητο και το μουζίκο στο τρακτέρ, ας δοκιμάσουν να μας φτάσουν οι αξιότιμοι καπιταλιστές που κοκορεύονται για τον «πολιτισμό» τους. Θα δούμε τότε, ποια χώρα μπορεί «να χαρακτηριστεί» καθυστερημένη και ποια προχωρημένη.
3 του Νοέμβρη 1929
Υπογραφή: Ι. Στάλιν
«Πράβντα», αρ. φύλλου 219,
7 του Νοέμβρη 1929
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
25. Β.Ι. Λένιν, «Λόγος στην Ολομέλεια του Σοβιέτ Μόσχας – 20 του Νοέμβρη 1922», Απαντα, τόμ. 45ος, σελ. 302, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
26. Β.Ι. Λένιν, «Η μεγάλη πρωτοβουλία», Απαντα, τόμ. 39ος, σελ. 21, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
27. Β.Ι. Λένιν, «Λόγος στην Ολομέλεια του Σοβιέτ Μόσχας», Απαντα, τόμ. 42ος, σελ. 6, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
28. Β.Ι. Λένιν, «Πέντε χρόνια της Ρωσικής επανάστασης και οι προοπτικές της παγκόσμιας επανάστασης», Απαντα, τόμ. 45ος, σελ. 287-288, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
29. Β.Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τον Β.Μ. Μολότοφ για την Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΡ (Μπ.)», Απαντα, τόμ. 45ος, σελ. 60-61, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
30. Β.Ι. Λένιν, «Λόγος για την επέτειο της επανάστασης στο VI Πανρωσικό Εκτακτο Συνέδριο των Σοβιέτ», Απαντα, τόμ. 37ος, σελ. 141, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
31. Β.Ι. Λένιν, «Λόγος στο Ι Συνέδριο των γεωργικών κομμούνων και των αγροτικών συνεταιρισμών», Απαντα, τόμ. 39ος, σελ. 372-373, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
32. Β.Ι. Λένιν, «Εισήγηση για τη δουλειά στο χωριό στο VIII Συνέδριο του ΚΚΡ (Μπ.)», Απαντα, τόμ. 38ος, σελ. 204, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
Σάββατο 29 Αυγούστου 2026 – Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Σελ. 12345678910111213141516171819202122232425262728293031323334353637383940/40
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Ι.Β. ΣΤΑΛΙΝ
Για την πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης
| Το πανό γράφει: «Προχωρούμε για την κολεκτιβοποίηση. Θα συντρίψουμε την τάξη των κουλάκων» |
Στο φύλλο 16 της Κράσναγια Ζβεζντά45, στο άρθρο «Η εξάλειψη των κουλάκων σαν τάξης», που γενικά είναι αναμφισβήτητα σωστό, υπάρχουν δυο ανακρίβειες στη διατύπωση. Μου φαίνεται πως είναι απαραίτητο να διορθωθούν αυτές οι ανακρίβειες.
1. Το άρθρο αναφέρει:
«Στην περίοδο ανόρθωσης ασκούσαμε πολιτική περιορισμού των καπιταλιστικών στοιχείων της πόλης και του χωριού. Με την έναρξη της περιόδου ανασυγκρότησης περάσαμε απ’ την πολιτική περιορισμού στην πολιτική της εκτόπισής τους».
Η θέση αυτή δεν είναι σωστή. Η πολιτική περιορισμού των καπιταλιστικών στοιχείων και η πολιτική της εκτόπισής τους δεν αποτελούν δύο διαφορετικές πολιτικές. Πρόκειται για μια και την ίδια πολιτική. Η εκτόπιση των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα και συστατικό μέρος της πολιτικής περιορισμού των καπιταλιστικών στοιχείων, της πολιτικής περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων. Η εκτόπιση των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού δεν πρέπει να ταυτίζεται με την εκτόπιση των κουλάκων σαν τάξης. Η εκτόπιση των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού είναι εκτόπιση και κατανίκηση ορισμένων τμημάτων των κουλάκων, που δεν άντεξαν στη φορολογική πίεση, δεν άντεξαν στο σύστημα των περιοριστικών μέτρων της Σοβιετικής εξουσίας. Είναι ευνόητο ότι η πολιτική περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων, η πολιτική περιορισμού των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην εκτόπιση ορισμένων τμημάτων των κουλάκων. Γι’ αυτό η εκτόπιση ορισμένων τμημάτων των κουλάκων δεν μπορεί να εξετάζεται διαφορετικά, παρά σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα και συστατικό μέρος της πολιτικής περιορισμού των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού.
Η πολιτική αυτή ασκήθηκε στη χώρα μας όχι μονάχα στην περίοδο ανόρθωσης, μα και στην περίοδο ανασυγκρότησης, και στην περίοδο ύστερα απ’ το 15ο Συνέδριο (Δεκέμβρης 1927), και στην περίοδο της 16ης Συνδιάσκεψης του κόμματός μας (Απρίλης 1929), όπως και ύστερα απ’ αυτή τη Συνδιάσκεψη ως το καλοκαίρι του 1929, όταν άρχισε στη χώρα μας η φάση της συμπαγούς κολεκτιβοποίησης, όταν έγινε η στροφή προς την πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης.
Αν εξετάσουμε τα σπουδαιότερα ντοκουμέντα του κόμματος, αρχίζοντας έστω και απ’ το 14ο Συνέδριο που έγινε τον Δεκέμβρη του 1925 (βλ. απόφαση πάνω στην έκθεση της ΚΕ46) και τελειώνοντας με τη 16η Συνδιάσκεψη του Απρίλη 1929 (βλ. απόφαση «Για τους δρόμους ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας»47), δεν μπορεί να μην προσέξουμε ότι η θέση για τον «περιορισμό των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων» ή για τον «περιορισμό της ανάπτυξης του καπιταλισμού στο χωριό» συμβαδίζει πάντα με τη θέση για την «εκτόπιση των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού», για την «κατανίκηση των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού».
Τι σημαίνει αυτό;
Αυτό σημαίνει ότι το κόμμα δεν ξεχωρίζει την εκτόπιση των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού απ’ την πολιτική περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων, απ’ την πολιτική περιορισμού των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού.
Το 15ο Συνέδριο του κόμματος, όπως και η 16η Συνδιάσκεψη, τοποθετούνται ολοκληρωτικά στη βάση της πολιτικής «περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων της αγροτικής αστικής τάξης» (απόφαση του 15ου Συνεδρίου «Για τη δουλειά στο χωριό»48), στη βάση της πολιτικής «λήψης νέων μέτρων, που να περιορίζουν την ανάπτυξη του καπιταλισμού στο χωριό» (βλ. στο ίδιο), στη βάση της πολιτικής «του αποφασιστικού περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων του κουλάκου» (βλ. απόφαση του 15ου Συνεδρίου για το πεντάχρονο σχέδιο49), στη βάση της πολιτικής «της επίθεσης ενάντια στον κουλάκο» με την έννοια «του περάσματος σε παραπέρα, πιο συστηματικό και πιο επίμονο περιορισμό του κουλάκου και του καπιταλιστή ιδιώτη» (βλ. στο ίδιο), στη βάση της πολιτικής «ακόμα πιο αποφασιστικής οικονομικής εκτόπισης» «των στοιχείων της ιδιωτικής – καπιταλιστικής οικονομίας» στην πόλη και στο χωριό (βλ. απόφαση του 15ου Συνεδρίου πάνω στην έκθεση της ΚΕ50).
Συνεπώς: α) έχει άδικο ο συντάκτης του παραπάνω άρθρου, όταν παριστάνει την πολιτική περιορισμού των καπιταλιστικών στοιχείων και την πολιτική της εκτόπισής τους σαν δυο διαφορετικές πολιτικές. Τα γεγονότα δείχνουν ότι στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με μια μοναδική γενική πολιτική περιορισμού του καπιταλισμού, που συστατικό μέρος και αποτέλεσμά της είναι η εκτόπιση ορισμένων τμημάτων των κουλάκων.
Συνεπώς: β) έχει άδικο ο συντάκτης του παραπάνω άρθρου, όταν ισχυρίζεται ότι η εκτόπιση των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού δεν άρχισε παρά στην περίοδο ανασυγκρότησης, στην περίοδο του 15ου Συνεδρίου. Στην πραγματικότητα η εκτόπιση γινόταν και πριν απ’ το 15ο Συνέδριο, στην περίοδο ανόρθωσης, και ύστερα απ’ το 15ο Συνέδριο, στην περίοδο ανασυγκρότησης. Στην περίοδο του 15ου Συνεδρίου εντάθηκε απλώς η πολιτική περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων με καινούργια συμπληρωματικά μέτρα, και σε σύνδεση μ’ αυτά δεν μπορούσε παρά να ενταθεί και η εκτόπιση ορισμένων τμημάτων των κουλάκων.
2. Το άρθρο αναφέρει:
«Η πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης απορρέει ολοκληρωτικά απ’ την πολιτική της εκτόπισης των καπιταλιστικών στοιχείων και αποτελεί τη συνέχιση αυτής της πολιτικής σε ένα καινούργιο στάδιο».
Η θέση αυτή δεν είναι ακριβής και γι’ αυτό δεν είναι σωστή. Εννοείται ότι η πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης δεν μπορούσε να πέσει απ’ τον ουρανό. Είχε προετοιμαστεί απ’ όλη την προηγούμενη περίοδο του περιορισμού, και συνεπώς και της εκτόπισης των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ακόμα ότι δεν διαφέρει ριζικά απ’ την πολιτική του περιορισμού (και της εκτόπισης) των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού, ότι είναι, όπως λέει, η συνέχιση της πολιτικής του περιορισμού. Το να μιλάει κανείς όπως μιλάει ο αρθρογράφος μας, σημαίνει πως αρνείται την ύπαρξη στροφής στην ανάπτυξη του χωριού απ’ το καλοκαίρι του 1929. Το να μιλάει κανείς έτσι σημαίνει πως αρνείται το γεγονός ότι στην περίοδο αυτή κάναμε στροφή στην πολιτική του κόμματός μας στο χωριό. Το να μιλάει κανείς έτσι σημαίνει πως δημιουργεί κάποιο ιδεολογικό προκάλυμμα για τα δεξιά στοιχεία του κόμματός μας, που γαντζώνονται τώρα απ’ τις αποφάσεις του 15ου Συνεδρίου, για να τις αντιπαραθέσουν στη νέα πολιτική του κόμματος, όπως ακριβώς γαντζωνόταν άλλοτε ο Φρούμκιν απ’ τις αποφάσεις του 14ου Συνεδρίου για να τις αντιπαραθέσει στην πολιτική της ίδρυσης κολχόζ και σοβχόζ.
Από πού ξεκινούσε το 15ο Συνέδριο, όταν διακήρυσσε την ανάγκη να δυναμώσει η πολιτική του περιορισμού (και της εκτόπισης) των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού; Απ’ το ότι, παρά τον περιορισμό αυτό των κουλάκων, οι κουλάκοι δεν μπορούσε παρά να μείνουν σαν τάξη για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτό τον λόγο το 15ο Συνέδριο άφησε σε ισχύ τον νόμο για την εκμίσθωση της γης, αν και ήξερε θαυμάσια ότι οι μισθωτές στην πλειοψηφία τους είναι κουλάκοι. Γι’ αυτό τον λόγο το 15ο Συνέδριο άφησε σε ισχύ τον νόμο για τη μίσθωση της εργασίας στο χωριό, απαιτώντας την αυστηρή εφαρμογή της στην πράξη. Γι’ αυτό τον λόγο διακηρύχτηκε ακόμα μια φορά ότι είναι απαράδεκτη η απαλλοτρίωση των κουλάκων. Αντιφάσκουν άραγε αυτοί οι νόμοι και αυτές οι αποφάσεις στην πολιτική του περιορισμού (και της εκτόπισης) των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού; Ασφαλώς όχι. Αντιφάσκουν άραγε αυτοί οι νόμοι και αυτές οι αποφάσεις στην πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης; Ασφαλώς ναι! Συνεπώς αυτούς τους νόμους και αυτές τις αποφάσεις θα χρειαστεί τώρα να τις βάλουμε στην μπάντα στις περιοχές της συμπαγούς κολεκτιβοποίησης, που η σφαίρα επέκτασής της αυξάνει όχι μέρα με τη μέρα, μα ώρα με την ώρα. Εξάλλου έχουν μπει κιόλας στην μπάντα, απ’ την ίδια την πορεία του κολχόζνικου κινήματος, στις περιοχές της συμπαγούς κολεκτιβοποίησης.
Μπορεί άραγε ύστερα απ’ όλα αυτά να ισχυρίζεται κανείς ότι η πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης είναι η συνέχιση της πολιτικής του περιορισμού (και της εκτόπισης) των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού; Είναι φανερό ότι δεν μπορεί.
Ο συντάκτης του άρθρου που αναφέραμε ξεχνάει ότι δεν μπορεί να εκτοπιστεί η τάξη των κουλάκων σαν τάξη με μέτρα φορολογικού ή οποιουδήποτε άλλου περιορισμού, όσο θ’ αφεθούν στα χέρια αυτής της τάξης τα εργαλεία παραγωγής, μαζί με το δικαίωμα ελεύθερης χρήσης της γης, και όσο θα διατηρηθεί στην πράξη ο νόμος της μίσθωσης της εργασίας στο χωριό, ο νόμος της μίσθωσης της γης και η απαγόρευση της απαλλοτρίωσης των κουλάκων. Ο αρθρογράφος ξεχνάει ότι με την πολιτική περιορισμού των εκμεταλλευτικών τάσεων των κουλάκων μπορούμε να υπολογίζουμε στην εκτόπιση μονάχα ορισμένων τμημάτων των κουλάκων, πράγμα που δεν αντιφάσκει στη διατήρηση για ορισμένο χρονικό διάστημα των κουλάκων σαν τάξης, μα αντίθετα, την προϋποθέτει. Για να εκτοπιστούν oι κουλάκοι σαν τάξη δεν αρκεί η πολιτική του περιορισμού και της εκτόπισης ορισμένων τμημάτων τους. Για να εκτοπιστούν οι κουλάκοι σαν τάξη πρέπει να τσακιστεί σε ανοιχτή μάχη η αντίσταση αυτής της τάξης και να στερηθεί τις παραγωγικές πηγές ύπαρξης και ανάπτυξής της (ελεύθερη χρήση της γης, εργαλεία παραγωγής, μίσθωση της γης, δικαίωμα μίσθωσης της εργασίας κ.λπ.).
Αυτό ακριβώς θα πει στροφή προς την πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης. Χωρίς αυτό οι κουβέντες για εκτόπιση των κουλάκων σαν τάξης είναι κούφια φλυαρία, που αρέσει και συμφέρει μονάχα στους φορείς της δεξιάς παρέκκλισης. Χωρίς αυτό δεν μπορεί να νοηθεί καμιά σοβαρή και πολύ περισσότερο συμπαγής κολεκτιβοποίηση του χωριού. Αυτό το κατάλαβαν πολύ καλά οι φτωχοί και οι μεσαίοι αγρότες της υπαίθρου μας, που τσακίζουν τους κουλάκους και πραγματοποιούν τη συμπαγή κολεκτιβοποίηση. Δεν το καταλαβαίνουν όμως ακόμα, όπως φαίνεται, μερικοί σύντροφοί μας.
Συνεπώς η σημερινή πολιτική του κόμματος στο χωριό δεν είναι η συνέχιση της παλιάς πολιτικής, μα στροφή απ’ την παλιά πολιτική του περιορισμού (και της εκτόπισης) των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού στη νέα πολιτική της εξάλειψης των κουλάκων σαν τάξης.
Υπογραφή: I. Στάλιν
«Κράσναγια Ζβεζντά», αρ. φύλλου 18,
21 του Γενάρη 1930
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
45. «Κράσναγια Ζβεζντά» («Κόκκινο Αστέρι») – καθημερινή στρατιωτικο-πολιτική εφημερίδα. Εκδίδεται από τον Γενάρη του 1924. Από τον Μάρτη του 1946 είναι το κεντρικό όργανο του υπουργείου των Ενόπλων Δυνάμεων της ΕΣΣΔ.
46. Αποφάσεις των Συνεδρίων και των Συνδιασκέψεων του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ και των Ολομελειών της ΚΕ, μέρος ΙΙ, 1941, 1941, σελ. 47-53.
47. Απόφαση της 16ης Συνδιάσκεψης του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ «Για τους δρόμους ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας και τη φορολογική ανακούφιση του μεσαίου αγρότη» στις Αποφάσεις των Συνεδρίων και των Συνδιασκέψεων του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ και των Ολομελειών της ΚΕ, μέρος ΙΙ, 1941, σελ. 329-338.
48. Αποφάσεις των Συνεδρίων και των Συνδιασκέψεων του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ και των Ολομελειών της ΚΕ, μέρος ΙΙ, 1941, σελ. 247-249.
49. Απόφαση του 15ου Συνεδρίου του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ «Οδηγίες για την κατάρτιση του πεντάχρονου σχεδίου της λαϊκής οικονομίας» στις Αποφάσεις των Συνεδρίων και των Συνδιασκέψεων του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ και των Ολομελειών της ΚΕ, μέρος ΙΙ, 1941, σελ. 234-247.
50. Αποφάσεις των Συνεδρίων και των Συνδιασκέψεων του ΚΚ (Μπ.) Ολομελειών της ΚΕ, μέρος ΙΙ, 1941, σελ. 222-227
Πηγή : Ριζοσπάστης 29 – 8 – 2026
Copyright © 199