ΛΑΚΗΣ ΧΑΛΚΙΑΣ (30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943 – 2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026)
Σίγησε το αηδόνι της Ηπείρου, αφήνοντας ερμηνευτική κληρονομιά με ρίζες στην παράδοση του δημοτικού τραγουδιού
Τα πρώτα βήματά του στη δισκογραφία, σε μουσική και στίχους του τρομερού δίδυμου Θεόδωρου Δερβενιώτη – Κώστα Βίρβου
| Ο Λάκης Χαλκιάς σε νεαρή ηλικία τον Φλεβάρη του 1961, όταν μπαίνει στο στούντιο ηχογράφησης |
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Ο Λάκης Χαλκιάς γεννιέται, μεγαλώνει και γαλουχείται στους κόλπους της οικογένειας των Χαλκιάδων, η οποία αποτελεί για τον νέο υπό διαμόρφωση οργανοπαίχτη και τραγουδιστή ένα ζωντανό εν τη πράξει μουσικό σχολείο. Και πώς μπορεί να γίνει διαφορετικά, καθώς είναι γιος του Τάσου Χαλκιά (1914 – 1992), του δεξιοτέχνη του κλαρίνου – το πραγματικό ονοματεπώνυμό του είναι Αναστάσιος Χαλκιόπουλος.
Γι’ αυτό, δίκαιο το εγκώμιο του Γιάννη Ρίτσου: «Στο κλαρίνο του Χαλκιά βογκάει, τινάζεται, χαμογελάει, χορεύει η Ελλάδα – θάλασσες και βουνά της, δεκαπεντασύλλαβα ποτάμια της, αρματολοί και κλέφτες, παλικαράκια στριφτομούστακα στη μάχη και στο τσάμικο, μαυροφορούσες ανταρτομάνες και κοράσια πλεξουδοστεφάνωτα, πέντε κοτσύφια στον ελαιώνα, και στο βάθος πάντα το άγρυπνο μερακλωμένο αηδόνι».
Ολη η οικογένειά του, η πυρηνική και η ευρύτερη, με τους θείους και τα ξαδέρφια του, ζει και αναπνέει στους ήχους του ηπειρώτικου τραγουδιού, πάνω σ’ ένα ξενόφερτο όργανο που όμως μέσα από τους κατά πλειονότητα μουσικά «αγράμματους» οργανοπαίχτες αναπτύσσεται, προάγεται και αποκτά τη σφραγίδα μιας ενδογενούς λαϊκής παράδοσης, μοναδικής στον χάρτη των Βαλκανίων.
Ειλικρινά, είναι κάπως δύσκολο να ξεφύγει από την επιλογή του δεξιοτέχνη ενός ή περισσότερων λαϊκών οργάνων και του μονωδού και χορωδού, όταν νυχθημερόν μέσα στο σπίτι του το ψωμί έχει αντικατασταθεί από την οργανική και φωνητική «αδηφαγία».
Ωστόσο αλλιώς τα ήθελε ο πατέρας, και πριν καλά – καλά τελειώσει την εγκύκλια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση τον στέλνει σε σχολή μηχανικών στον Πειραιά, που ποτέ δεν την τελειώνει, για να ξεφύγει από την «κατάρα» της ταλαιπωρημένης ζωής του πλανόδιου μουζικάντη.
Λαμπράκης με μνήμες από τον ΕΛΑΣίτη πατέρα
| Ο πατέρας, Τάσος Χαλκιάς, με τον πρωτότοκο γιο του, Λάκη (Μιχάλη), συνομιλούν κατά τη διάρκεια ηχογράφησης |
Αυτό το Σαββατοκύριακο θα διατρέξουμε τα πρώτα χρόνια της ζωής και του έργου του, ως μέλος της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, και από τον πατέρα του να έχει αποθησαυρίσει μνήμες από τους αγώνες του εφεδρικού στρατού του ΕΛΑΣ.
Ο (Μιχαήλ) Μιχάλης Χαλκιάς, γεννιέται στις 30 Αυγούστου 1943 στα Γιάννενα. Σε ηλικία 9 ετών έρχεται στην Αθήνα, όπου η οικογένειά του διαδοχικά διαμένει στις λαϊκές συνοικίες του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, του Βοτανικού και του Ψυρρή.
Γνωρίζει από την παιδική ηλικία του ότι ανήκει στην τέταρτη γενιά Χαλκιάδων, όμως η φτώχεια δεν επιτρέπει τη σπουδή στα μουσικοδιδασκαλεία του αθηναϊκού κέντρου. Ετσι, το ενδιάθετο ταλέντο του γειώνεται μέσα στις αυλές της συνάντησης, με τις ατελείωτες πρωινές ουρές, μπροστά στις θύρες των κοινών λουτρών.
Μέσα σε μια αυλή έχει στηθεί ένα υπαίθριο ωδείο
Αυτό το άτυπο κοινόβιο φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, και αν το αυτί σου έχει την προϋπόθεση, αυτή η αυλή γίνεται ένα άτυπο υπαίθριο ωδείο μουσικής εκπαίδευσης στην πράξη. Υπό όρους εγγύτητας, το αυτί του είναι ορθάνοιχτο, η προδιάθεσή του συνεπικουρεί, το πλεονάζον ταλέντο του ψυχοσωματικά αποτυπώνει τις κλίμακες, τα χέρια του τρεμάμενα αναζητούν τα όργανα. Τον κατέχουν η κιθάρα, το μπουζούκι, το λαούτο, ο τζουράς, και όταν ακουμπούν στο σώμα του τα κατέχει.
Πώς όμως ένα ακόμη αμούστακο παιδί, φανατικό για να τραγουδήσει και να παίξει πάνω στους δοκιμασμένους δρόμους του δημοτικού και του λαϊκού τραγουδιού, εμφανίζεται στη δεκαετία του ’60; Πάντως ο ίδιος δήλωνε ότι μελέτησε και επηρεάστηκε από δύο υψιπετείς φωνές του ελαφρού τραγουδιού, του Νίκου Γούναρη και του Τώνη Μαρούδα.
Εκ των υστέρων μπορούμε να διατυπώσουμε ορισμένες κρίσεις. Οτι κατάφερε να ισοζυγιάσει την ανωνυμία της παράδοσης με το λαϊκό υπογραμμένο τραγούδι, ότι δεν απεμπόλησε το ηπειρώτικο ήθος του, ακόμα κι όταν απέκτησε πανελλήνια αναγνώριση.
Με πίστη και χωρίς παραχωρήσεις, απευθύνθηκε στη συλλογική ταυτότητα και μνήμη και το τραγούδι στην άρθρωσή του και στον τονισμό του έγινε σύμβολο διαμαρτυρίας και, προπαντός, αντίστασης.
Στα παρασκήνια των ηχογραφήσεων των Χαλκιάδων
Πώς και πότε ο Λάκης Χαλκιάς παίρνει το βάπτισμα του επαγγελματία αοιδού, με τα χέρια του να ανεβοκατεβαίνουν στα τάστα των εγχόρδων, που στην κυριολεξία τα παίζει και στα δέκα δάχτυλά του; Τον παίρνει μαζί της η κομπανία των Χαλκιάδων, όταν μπαίνει στο στούντιο ηχογράφησης της «Κολούμπια». Εχει – δεν έχει συμπληρώσει τα 16 όταν το μαυροτσούκαλο, καθώς παρακολουθεί την κομπανία των συγγενών του, για να μη χάνει την ώρα του, παίζει με την κιθάρα του.
Ο ήχος που εκβάλλει το όργανό του τραβάει την προσοχή του ιδιοκτήτη της φωνογραφικής εταιρείας, Τάκη Λαμπρόπουλου, και καθώς τα συμβόλαια με τις προβεβλημένες φωνές, όπως του Καζαντζίδη, είναι ρευστά, του προτείνεται να μπει στο σύμπαν του βινυλίου.
Ο θείος του ο Φώτης θεωρεί ακόμα ότι είναι άγουρη η φωνή του για να αποτυπωθεί σε δίσκο. Σε δύο χρόνια, σ’ ένα κενό που άφησε η πρόσκαιρη αποχώρηση του Στέλιου για ανταγωνιστική εταιρεία, μπαίνει στον πρωτόγνωρο κόσμο.
Οι πρώτες ηχογραφήσεις σε δίσκους 45 στροφών έχουν την υπογραφή δύο μέγιστων του λαϊκού τραγουδιού: Του συνθέτη Θεόδωρου Δερβενιώτη (1922 – 2004) και του στιχουργού Κώστα Βίρβου (1926 – 2015).
| Θεόδωρος Δερβενιώτης – Κώστας Βίρβος: Το αχτύπητο δίδυμο που έδωσε τα πρώτα τραγούδια στον 18χρονο τραγουδιστή |
Ετσι ο Λάκης Χαλκιάς, ο οποίος στο τραγούδι «Μ’ έκαψες μ’ έκαψες» αναφέρεται ως Μιχάλης, στις 25 Φλεβάρη 1961 στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο του προστατευμένου χώρου ηχογράφησης. Με τη φωνή του, που μέσα της ακούς τους Ομήρους του δημοτικού τραγουδιού και αναγνωρίζεις το κυρίαρχο πρότυπο του Πόντιου της Νέας Ιωνίας, αλλά και το τσιγγάνικο ηχόχρωμα του Μανώλη Αγγελόπουλου, αποτυπώνονται οι ακόλουθες συνθέσεις:
Το συρτοτσιφτετέλι «Παραπονιάρικο», με δεύτερη φωνή την Νινή Ζαν. Από την άλλη όψη ακούγεται το τσιφτετέλι «Μ’ έχει λιώσει ο καημός», που ηχογραφείται στις 20 Ιούνη της ίδιας χρονιάς, με σεκόντο την Βούλα Λιάτσου. Την ίδια μέρα η τραγουδίστρια θα σταθεί δίπλα στον Λάκη Χαλκιά στα «Μ’ έκαψες μ’ έκαψες», «Οπου γη πατρίς» και έναν μήνα μετά (20 Ιούλη) στη «Σατράπισσα».
Στις ηχογραφήσεις συμμετέχουν οι μουσικοί: Γιάννης Καραμεσίνης, Ανέστος Αθανασίου (μπουζούκι), Γιώργος Κόρος (βιολί), Παναγιώτης Πέτσας (κιθάρα), Γιάννης Βασιλόπουλος (κλαρίνο), Θεόδωρος Δερβενιώτης (μπαγλαμάς). Στη «Σατράπισσα» κλαρίνο παίζει ο Πελοπίδας Πάνου, μπάσο ο Ιωάννης Δέδες και μπουζούκι ο Χάρης Λεμονόπουλος.
«Ο Κώστας Βίρβος υπήρξε ο πνευματικός μου πατέρας, όπως συνήθιζα να τον αποκαλώ», είχε πει ο Λάκης Χαλκιάς μιλώντας για τη σχέση τους. Καθόλου τυχαία δεν τον είχε τόσο ψηλά, «αφού εκείνος ήταν που μου άνοιξε τον δρόμο στη δισκογραφία. Είχα τη μεγάλη τύχη και τιμή να τον συναντήσω για πρώτη φορά το 1961, όταν με έστειλε ο Λαμπρόπουλος για να μου δώσουν τραγούδια ο Θόδωρος Δερβενιώτης με τον Κώστα Βίρβο, σε δίσκους των 45 στροφών.
Θεωρώ τη συνεργασία αυτή μεγάλη ευλογία. Ημουν νέος, είχα βγει νωρίς στο επάγγελμα και ήταν η πρώτη μου φορά που χωριζόμουν από τη μεγάλη κομπανία των Χαλκιάδων και ένιωθα λίγο άβολα. Ηταν, θα έλεγα, ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου τύχει, και αυτή η συνεργασία μού άφησε τις ωραιότερες αναμνήσεις».
| Η πλευρά του δίσκου 45 στροφών με το τσιφτετέλι «Μ’ έκαψες μ’ έκαψες» |
| Το ιδιόχειρο σημείωμα – εγκώμιο του Γιάννη Ρίτσου για τον μύθο του κλαρίνου Τάσο Χαλκιά |
Γράφει ο
Βασίλης ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
Δημοσιογράφος, συγγραφέας, κριτικός βιβλίου
Πηγή : Ριζοσπάστης 8 – 9 – 2026
Copyright © 1997-2026 ΡΙΖΟΣΠΑΣ