Κατηγορίες
ΤΕΧΝΕΣ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΚΕ

Τιμώντας τον Μίκη Θεοδωράκη όπως του αξίζει και όπως του πρέπει

Πραγματοποιήθηκε την Κυριακή η εκδήλωση – συναυλία στη Ζάτουνα, τόπο εξορίας του συνθέτη την περίοδο της δικτατορίας

«Τι άλλο, αλήθεια, είναι μια πλατεία, ένα στάδιο, ένας δρόμος γεμάτος ανθρώπους, που ομαδικά τραγουδούν ένα τραγούδι σου, παρά ένας ολάνθιστος κάμπος; Αυτό το πέτυχα, το έζησα… Και το θεωρώ σαν τη μέγιστη ευλογία των ουρανών». Τα παραπάνω είχε αναφέρει ο Μίκης Θεοδωράκης σε συνέντευξή του στον «Ριζοσπάστη», όταν συμπλήρωνε τα 70 του χρόνια…

Ενας «ολάνθιστος κήπος» ήταν και το βράδυ της Κυριακής η πλατεία της Ζάτουνας, με τον κόσμο που είχε συρρεύσει από τους νομούς της Πελοποννήσου, αλλά και από την Αττική, στην εκδήλωση τιμής που διοργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ με αφορμή τη συμπλήρωση δύο χρόνων από τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη, του Μίκη «των μεγάλων μεγεθών», που το έργο του αντηχεί ακέραιο τη μεγαλειώδη πορεία του λαού μας στον 20ό αιώνα και θα μας συνοδεύει «μέχρι να κοκκινίσουν τα όνειρα…».

***

Το «παρών» στην εκδήλωση έδωσαν μεταξύ άλλων ο δήμαρχος Γορτυνίας, Ευστάθιος Κούλης, και ο πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Ζάτουνας, Γιώργος Κανελλόπουλος. Ακόμα, ο Νίκος Σοφιανός, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, ο Τηλέμαχος Δημουλάς, μέλος της Γραμματείας της ΚΕ, η Βαγγελιώ Πλατανιά, μέλος της ΚΕΟΕ, ο βουλευτής του Κόμματος Νίκος Παπαναστάσης και ο Γραμματέας του Συμβουλίου Περιοχής Πελοποννήσου της ΚΝΕ Παναγιώτης Κοσκινάς. Εκεί ήταν και ο τερματοφύλακας του Αστέρα Τρίπολης Νίκος Παπαδόπουλος, καθώς και ο πανεπιστημιακός Γιάννης Μηλιός. Επίσης, η υποψήφια δήμαρχος Γορτυνίας με τη «Λαϊκή Συσπείρωση» Λένα Βούλγαρη και ο Νίκος Γόντικας, μέλος της Επιτροπής Περιοχής Πελοποννήσου του ΚΚΕ και περιφερειακός σύμβουλος Πελοποννήσου με τη «Λαϊκή Συσπείρωση». Αλλά και η Ρένα Παρμενίδου, επί χρόνια στενή συνεργάτης του Μίκη.

Οπως ενημέρωσε στην ομιλία του ο Ν. Κουτουμάνος, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υποψήφιος περιφερειάρχης Πελοποννήσου, ο ΓΓ της ΚΕ δεν παρευρέθηκε τελικά στην εκδήλωση λόγω έκτακτων υποχρεώσεων. Εκ μέρους του ευχαρίστησε τον δήμαρχο Γορτυνίας και τον πρόεδρο της ΤΚ Ζάτουνας, καθώς και τον πρόεδρο του μουσείου «Μίκης Θεοδωράκης», για τη βοήθεια που πρόσφεραν ώστε να πραγματοποιηθεί η εκδήλωση.

Την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ να τιμήσει τη δεύτερη επέτειο από τον θάνατο του συνθέτη «εδώ, μπροστά στην Κιβωτό του, όπως συνήθιζε να αποκαλεί το Μουσείο», χαιρέτισε σε μήνυμά του που διαβάστηκε στην εκδήλωση ο Παρασκευάς Παρασκευόπουλος, σημειώνοντας: «Εδώ στη Ζάτουνα, το 1968 – 1969, ο Μίκης μετέτρεψε την απομόνωση, τον εκτοπισμό του από τη χούντα των συνταγματαρχών, σε παγκόσμιο φάρο αγώνων και αντίστασης για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Από εδώ έγινε ένας τεράστιος τηλεβόας μηνυμάτων αντίστασης στην παγκόσμια κοινή γνώμη, που στη συνέχεια επέστρεφαν ως κύματα αλληλεγγύης στον αγώνα των Ελλήνων ενάντια στον φασισμό». Ανέφερε ακόμα ότι στις 2 και 3 Σεπτέμβρη θα πραγματοποιηθεί το 2ο Διεθνές Φεστιβάλ Μίκη Θεοδωράκη «Αρκαδίες» στη Ζάτουνα, καθώς και ένα μεγάλο αφιέρωμα στα 50 χρόνια από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Με αφορμή τη συναυλία ο Κώστας Κανάκης φιλοτέχνησε πορτρέτο του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, το οποίο και δώρισε στην ΚΟ Αρκαδίας του Κόμματος. Το πορτρέτο παρουσιάστηκε και στην εκδήλωση.

***

«Ω βουνά πανάρχαια / της Αρκαδίας βουνά / βουνά περήφανα / βουνά ανυπότακτα / τίμια βουνά. Η τιμή ακρίβυνε / η τιμή λιγόστεψε / η τιμή πέθανε. / Ενα παιδί πονάει / το δικό μου παιδί / κι εγώ δεμένος κοιτάζω τα έλατα / άλλη ελπίδα δεν έχω από τα δέντρα».

Με αυτό το τραγούδι από την «Αρκαδία Ι» ξεκίνησε η συναυλία, η καλλιτεχνική επιμέλεια της οποίας ήταν του Κώστα Θωμαΐδη. Τραγούδησαν ο ίδιος και η Μπέττυ Χαρλαύτη, ενώ στο πιάνο ήταν ο Τάκης Φαραζής.

Σειρά πήραν όλα τα τραγούδια από τις «Αρκαδίες» Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, σε στίχους του Μίκη, του Μάνου Ελευθερίου και του Ανδρέα Κάλβου. Τραγούδια που γεννήθηκαν σε αυτόν τον τόπο ξανακούστηκαν εδώ, όπως το ήθελε και ο ίδιος ο Μίκης.

Τραγούδια εμπνευσμένα από τον τόπο εξορίας του συνθέτη, αλλά και τραγούδια που μιλάνε στις καρδιές όλου του κόσμου. Μία ακόμα τρανή απόδειξη ότι η έμπνευση, η δημιουργία δεν σταματά ούτε και στις πιο δύσκολες συνθήκες, αντίθετα στέκει σαν φάρος για να δείχνει τον δρόμο.

«Σαν πνευματικός δημιουργός, επιτελώντας το λαϊκό λειτούργημά μου, συνέθεσα και εδώ στη Ζάτουνα κύκλους τραγουδιών, που τους ονομάζω “Αρκαδίες”. Αυτά τα τραγούδια που γράφω τώρα, όπως εκείνα που θα γράψω και αύριο, είναι αφιερωμένα σε σας, δηλαδή σε όλους τους ανθρώπους που πιστεύουν στον άνθρωπο, που πιστεύουν στη ζωή, στο δίκιο, στη δημοκρατία και την ελευθερία, και που έχουν τάξει σκοπό της ζωής τους τον αγώνα για την υπεράσπισή του», έγραφε ο Μίκης σε μήνυμά του από τη Ζάτουνα το οποίο μεταδόθηκε παράνομα.

Ετσι, παράνομα, με χίλιες δυο προφυλάξεις και με ευφάνταστα τεχνάσματα, έβγαιναν και αυτά τα τραγούδια έξω και μεταδίδονταν από ραδιοφωνικούς σταθμούς του εξωτερικού, δίνοντας αντοχή και κουράγιο…

Το δεύτερο μέρος της συναυλίας περιλάμβανε πολλά γνωστά και αγαπημένα έργα του Μίκη. Ο κόσμος που είχε γεμίσει την πλατεία του χωριού έγινε ένα με τους ερμηνευτές, ενώ τα τραγούδια μπλέκονταν με το σύνθημα «Ούτε σε ξερονήσια ούτε σε φυλακές, πότε τους δεν λυγίσανε οι κομμουνιστές».

    

Με τη μουσική του εκτόπιζε την ηττοπάθεια και έφερνε τον ήλιο στις καρδιές των ανθρώπων

Εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία του Ν. Κουτουμάνου

Το ΚΚΕ, πιστό στο ραντεβού του με τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη, τιμάει τον μεγάλο μουσουργό όπως του αξίζει κι όπως του πρέπει!

Πριν από 2 χρόνια, όταν «έφυγε» από κοντά μας, τον αποχαιρετήσαμε όπως ο ίδιος ζήτησε, τιμώντας το συγκλονιστικό του έργο που έφερε την ποίηση των μεγαλύτερων ποιητών του λαού μας στα χείλη και τις καρδιές εκατομμυρίων λαϊκών οικογενειών σε όλο τον κόσμο.

Αποχαιρετήσαμε αυτόν που στα δύσκολα, ακόμα και όταν όλα φαίνονταν χαμένα, χτυπούσε τη μοιρολατρία, τον συμβιβασμό και την ηττοπάθεια και έφερνε την ανάσταση στις καρδιές των ανθρώπων.

Πέρσι, έναν χρόνο από το φευγιό του, το ΚΚΕ τον τίμησε έξω από το κελί που ήταν κρατούμενος, στις ιστορικές φυλακές του Ωρωπού, «διότι δεν συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις». Τιμήσαμε αυτόν που ακόμα και στα κελιά των φυλακών, με τη μουσική του εκτόπιζε την ηττοπάθεια και έφερνε τον ήλιο στις καρδιές των ανθρώπων.

Σήμερα, δύο χρόνια μετά, συναντιόμαστε ξανά εδώ στη Ζάτουνα που ο Μίκης εξορίστηκε από τη χούντα τον Αύγουστο του 1968 έως τον Οκτώβρη του 1969.

«Η λευτεριά δε χαρίζεται, η λευτεριά κερδίζεται»

Με την επιβολή της δικτατορίας ο Μίκης Θεοδωράκης ξεκίνησε την αντίσταση ενάντια στη χούντα, βγήκε στην παρανομία, άλλαζε καθημερινά σπίτια τηρώντας τους απαραίτητους κανόνες συνωμοτικότητας. Συμμετέχει στο Πατριωτικό Μέτωπο, του οποίου αποτελεί και τον πρόεδρο.

Τελικά συνελήφθη τον Αύγουστο του 1967, φυλακίστηκε αρχικά στη Γενική Ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας κι έπειτα στις φυλακές Αβέρωφ. Το 1968, χάρη σε διεθνείς πιέσεις, ο Μίκης αποφυλακίζεται και τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Βραχάτι (…)

Στη συνέχεια, καθώς το καθεστώς διαπίστωσε ότι στο Βραχάτι δεν μπορούσε να περιορίσει τη δράση του, αλλά και για να του σπάσει το ηθικό, περισσότερο όμως για να αποτρέψει το ενδεχόμενο δραπέτευσής του στο εξωτερικό, μιας και ο Μίκης ήταν ήδη σύμβολο της αντιδικτατορικής πάλης, αποφάσισε τον Αύγουστο του 1968 τη μεταφορά του εδώ στη Ζάτουνα (…)

Τη φύλαξή του αναλαμβάνει μια διμοιρία χωροφυλάκων. Ο ίδιος είχε το δικαίωμα να κυκλοφορεί στο χωριό μόνο για τέσσερις ώρες τη μέρα, με συνοδεία δύο αστυνομικών και ήταν υποχρεωμένος να παρουσιάζεται δύο φορές τη μέρα στο αστυνομικό τμήμα. Δεν του επιτρεπόταν να επικοινωνεί με τον κόσμο, να διατηρεί αλληλογραφία, ενώ οι έλεγχοι ήταν διαρκείς και στο σπίτι που διέμενε και στην οικογένειά του. Η μοναδική «παραχώρηση» που είχε κατακτήσει ήταν το πιάνο του που του είχαν επιτρέψει να πάρει μαζί του (…)

Σε αυτές τις ασφυκτικές συνθήκες, ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός. Εως τον Οκτώβρη του 1969, οπότε μεταφέρθηκε στις φυλακές του Ωρωπού, συνέθεσε 11 κύκλους τραγουδιών με τον τίτλο «Αρκαδίες» σε ποίηση δική του, Μάνου Ελευθερίου, Ανδρέα Κάλβου, Αγγελου Σικελιανού, Τάκη Σινόπουλου, Μανόλη Αναγνωστάκη, Νότη Περγιάλη και Κώστα Καλατζή και τη μουσική της ταινίας «Ζ» του Κώστα Γαβρά.

Ο Ν. Κουτουμάνος
Ο Ν. Κουτουμάνος

Και βέβαια η προσωπικότητά του ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσαν να αντισταθούν ούτε οι δεσμοφύλακές του. Οι αστυνομικοί γίνονται το… κοινό που ακούει για πρώτη φορά αυτές τις μελωδίες του Μίκη. Και βέβαια, παρά τις απαγορεύσεις, με διάφορους τρόπους καταφέρνει να στέλνει μαγνητοταινίες με τα καινούργια έργα του στο εξωτερικό. Διηγείται χαρακτηριστικά:

«Οταν είχα γράψει την 1η “Αρκαδία”, ήταν νομίζω, πέντε τραγούδια και τα οποία θέλαμε οπωσδήποτε να τα στείλουμε κάτω (σ.σ. στην Αθήνα). Ηταν η πρώτη μας δουλειά, ας το πούμε. Επειδή ο γιος μου είχε κτυπήσει, τον είχε κτυπήσει εδώ πέρα η αστυνομία και είχε κάτι προβλήματα πραγματικά αρρώστιας, ζητούμε άδεια να πάει κάτω, να πάει κάτω ο γιος μας στην Αθήνα. Μετά από πολύ καιρό ήρθε η άδεια να κατέβει κάτω μόνος του βέβαια, και η γυναίκα μου του έραψε τα τραγούδια αυτά, του τα έραψε γραμμένα σε κορδέλα μαγνητοφώνου στις βάτες του πανωφοριού του. Την νύχτα όμως ξύπνησε και μου λέει, “θα τον ψάξουνε και πρέπει να κάνουμε κάτι άλλο”. Και σηκώνεται τη νύχτα η γυναίκα μου, βγάζει από τις βάτες τα τραγούδια αυτά, ξηλώνει τα κουμπιά του πανωφοριού του, τα πέντε τραγούδια τα κάνει πέντε κουμπιά, τα ράβει γύρω γύρω με μάλλινο και τα ‘ραψε πάνω στο πανωφόρι του (…)

Ηταν πολύ μεγάλη φαντασία, για να διώξει τα τραγούδια, αλλά πόσο μεγάλη ικανοποίηση ήταν, όταν μετά από δεκαπέντε μέρες που έγραφα το τραγούδι εδώ το ακούγαμε στο Λονδίνο! `Η το ακούγαμε στη “Φωνή της Αλήθειας” ή στη “Μόσχα”. Ηταν μια πολύ μεγάλη ικανοποίηση. Φυσικά γινόταν αμέσως κινητοποίηση. Ερχόταν ο διοικητής από την Τρίπολη, οι χωροφύλακες είχαν φασαρίες. Πώς έφυγε αυτό; Αρχισαν οι έρευνες. Μας ψάχνανε. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην φύγουν μηνύματα από την Ζάτουνα για κάτω, για όλον τον κόσμο».

Σε μήνυμα του Μίκη Θεοδωράκη από τη Ζάτουνα, που μεταδόθηκε από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας και σώζεται στο Αρχείο του ΚΚΕ, διαβάζουμε: «Αυτά τα τραγούδια που γράφω τώρα όπως εκείνα που θα γράψω και αύριο είναι αφιερωμένα σε σας…». Και ολοκληρώνει τον χαιρετισμό του λέγοντας: «Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον ανελέητο αγώνα έως την τελική νίκη. Κι ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι η λευτεριά δε χαρίζεται, η λευτεριά κερδίζεται. Γεια χαρά».

Εδώ σε αυτόν τον τόπο γεννήθηκαν οι «Αρκαδίες»

Η «Αρκαδία Ι» αποτελείται από τραγούδια σε στίχους του ίδιου του Μίκη. Με αφορμή τις βιαιοπραγίες σε βάρος του μικρού του γιου από τους χωροφύλακες αλλά και με έντονους συμβολισμούς και ειρωνεία για την κατάσταση της χώρας, γράφει: «Ο γιος μου είναι εννιά χρονών εννιά χειμώνες εννιά καλοκαίρια / του βάλαμε στο βλέμμα κεραυνό τις θάλασσες κρατά στα δυο του χέρια. / Τα χέρια του τα σήκωσαν ψηλά την πλάτη του κολλήσανε στον τοίχο / μετράνε της ανάσας του τον ήχο κι ανασκαλεύουν τη μικρή του την καρδιά. / Να ζούσαμε σε γκέτο εβραϊκό γύρω Γερμανούς φρουρούς θηρία / Ζάτουνα, χίλια εννιακόσια εξήντα οκτώ την τρίτη μου περνάμε εξορία»

Την ίδια περίοδο, ο Μάνος Ελευθερίου αναζητά συνθέτη να μελοποιήσει έναν κύκλο τραγουδιών του. Οι στίχοι του δεν κατάφεραν να μελοποιηθούν, αφού καμία εταιρεία δεν έβγαζε αυτά τα τραγούδια. Ετσι, αποφάσισε ότι ο Μίκης είναι η μόνη λύση. Μετά από πολύ κόπο και ολόκληρη μυστική επιχείρηση καταφέρνει τελικά να του στείλει στη Ζάτουνα δύο κύκλους τραγουδιών και ο Μίκης τους μελοποιεί, δημιουργώντας τις «Αρκαδίες» ΙΙ και ΙΙΙ. Γράφει μουσική πάνω σε εξαιρετικούς στίχους του Ελευθερίου με έντονες πάλι αλληγορίες και αναφορές στα δύσκολα χρόνια της χούντας: «Πήρε τη νύχτα ο χαμός και τ’ όνειρο μαχαίρια / ψεύτικος ήταν ο χρησμός / πως θα γυρίσει ο ποταμός / με δέκα περιστέρια».

Η αγάπη του Μ. Θεοδωράκη για την ελληνική ποίηση, που έχει ήδη αποδώσει μέχρι τότε τεράστια τραγούδια με τις μελοποιήσεις του, τον οδηγεί να στραφεί στην ποίηση του Ανδρέα Κάλβου και να μελοποιήσει αποσπάσματα από τις «Ωδές» του για να ισχυροποιήσει το αντιδικτατορικό φρόνημα και να ξεσηκώσει τους όποιους απαθείς Ελληνες: «Οσοι το χάλκαιον χέρι / βαρύ φόβου αισθάνονται, / ζυγόν δουλείας ας έχωσι / θέλει αρετή και τόλμην η ελευθερία»… Ετσι γεννιέται η «Αρκαδία ΙV».

Ακολούθησαν η «Αρκαδία V» πάνω στο «Πνευματικό Εμβατήριο», το δημοφιλέστερο ίσως αντιστασιακό ποίημα του Αγγελου Σικελιανού, που καλεί «να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα», καθώς και οι «Αρκαδίες» VI και Χ σε ποίηση του ίδιου του Μίκη και οι «Αρκαδίες» VII σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου, VIII σε ποίηση Μανώλη Αναγνωστάκη και IX σε ποίηση Κώστα Καλατζή. Στη συνέχεια είχε αρχίσει να μελοποιεί το ποίημα «Ηλιε μου βγες» του Νότη Περγιάλη, αρχίζοντας τον κύκλο τραγουδιών «Αρκαδία XI», όμως η μεταφορά του συνθέτη από τη Ζάτουνα στις φυλακές του Ωρωπού, τον Οκτώβρη του 1969, είχε ως αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί ποτέ η σύνθεση της ενδέκατης «Αρκαδίας».

Ο Μίκης των «μεγάλων μεγεθών»

«Ερχόμαστε από πολύ μακριά και πηγαίνουμε πολύ μακριά». Σε αυτόν τον δρόμο ακούραστος σύντροφος είναι ο Μίκης Θεοδωράκης.

Στο τελευταίο σημείωμα που άφησε στον ΓΓ της ΚΕ, σύντροφο Δημήτρη Κουτσούμπα, ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε ότι φτάνοντας στο τέλος της ζωής του οι λεπτομέρειες σβήνουν και μένουν «τα μεγάλα μεγέθη». Είναι γνωστό ότι υπήρξαν περιπτώσεις που οι δρόμοι δεν ταυτίστηκαν, που υπήρξαν διαφωνίες. Το ίδιο γνωστό όμως είναι ότι αυτές δεν στάθηκαν ικανές για να μη δει ότι τις μεγάλες του στιγμές τις έζησε μαζί με το ΚΚΕ, σε συμπόρευση μαζί του.

Ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε μία συνηθισμένη ζωή. Τιμήθηκε, αγαπήθηκε, η φήμη του έφτασε στα πέρατα της Γης. Τον τραγούδησαν οι μεγαλύτεροι τραγουδιστές και τα μεγαλύτερα συγκροτήματα, έπαιξαν τη μουσική του φημισμένες ορχήστρες, γνωρίστηκε με ιερά τέρατα της Τέχνης παγκόσμια, ταξίδεψε σε όλο τον πλανήτη.

Κι όμως, οι πιο σημαντικές στιγμές γι’ αυτόν, το μεγάλο μέγεθος της ζωής του ήταν όταν βρέθηκε με το ΚΚΕ. Αυτό κράτησε ως απόσταγμα της ζωής και του έργου του.

Γι’ αυτό και τα πιο ευτυχισμένα χρόνια του Μίκη Θεοδωράκη ήταν αυτά που έζησε στο πλάι του ΚΚΕ, όπως δήλωσε και ο ίδιος στην εκδήλωση που οργάνωσε η ΚΕ για να τιμήσει τα 90 χρόνια της ζωής του το 2015, την περίοδο που ο ίδιος δήλωνε «παρών» και στον δίκαιο αγώνα του λαού μας για την κατάργηση των μνημονίων και όλων των αντεργατικών εφαρμοστικών νόμων τους.

Ελεγε τότε: «Τα πιο δυνατά και όμορφα χρόνια μου τα έζησα στις γραμμές του ΚΚΕ», «Εθνική Αντίσταση, Εμφύλιος Πόλεμος, οι διώξεις που ακολούθησαν την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, η βαθιά παρανομία με την ένοπλη προσπάθεια το 1944 μέσα στην Αθήνα, που πνίγηκε στο αίμα, η Ικαρία και η Μακρόνησος, η αναγεννητική προσπάθεια μέσα από την ΕΔΑ και τους Λαμπράκηδες. Η παράνομη δράση με την ίδρυση του Πατριωτικού Μετώπου, δέκα μέρες μετά την επικράτηση της χούντας. Αργότερα, υποψήφιος δήμαρχος του ΚΚΕ στην Αθήνα και τέλος η εκλογή μου ως βουλευτής του Κόμματος το 1981 και 1985». Αυτά τα λόγια είναι πλάι στην αξεπέραστη μουσική του μία μεγάλη παρακαταθήκη, μία δικαίωση που τοποθέτησε τις μεγάλες αξίες και τα μεγάλα μεγέθη στη θέση τους. Που του έδωσε τη θέση που του πρέπει στην Ιστορία.

Με την ψήφο στη «Λαϊκή Συσπείρωση» μπορούν να παίρνουν «ανάσες» οι εργαζόμενοι

Αυτές τις παρακαταθήκες μας έχει αφήσει ο Μίκης Θεοδωράκης μέσα από την πορεία και το έργο του. Πάντα η έμπνευσή του βασιζόταν στους αγώνες του λαού για δουλειά, προκοπή, λευτεριά. Σε αυτές τις σταθερές ράγες κινούμαστε και εμείς, από τους ίδιους αγώνες εμπνεόμαστε, τα ίδια διδάγματα που είναι διαχρονικά και επίκαιρα έχουμε: Ξέρουμε ότι τα αφεντικά και το κράτος τους δεν αρκούνται ποτέ σε ό,τι έχουν, ποτέ δεν αρκούν τα κέρδη, ποτέ δεν σταματάει ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, αλλά πάντα την πληρώνει ο εργαζόμενος λαός, το μόνιμο υποζύγιο! (…)

Είναι βαθιά χαραγμένα μέσα στην ψυχή του λαού μας τα διδάγματα από τους αγώνες όλων των προηγούμενων γενιών, αγώνες που ενέπνευσαν τον Μίκη και μέσω αυτού όλους εμάς που θα συνεχίσουμε, και με τα τραγούδια του στα χείλη θα ανατρέψουμε αυτούς τους σχεδιασμούς, που πάνε πακέτο με τη συνολική αντιλαϊκή πολιτική όλων των αστικών κυβερνήσεων.

Γιατί τίποτα δεν γίνεται στην τύχη, το κράτος είναι ταχύτατο και ικανότατο στην υλοποίηση πολιτικών για την ενίσχυση των κερδών των μεγαλοεπιχειρηματιών, δυσλειτουργικό και εχθρικό για τα λαϊκά συμφέροντα (…)

Εμείς, φίλες και φίλοι, όπως λέει και ο ποιητής, «ερχόμαστε από πολύ μακριά και πηγαίνουμε πολύ μακριά». Σε αυτόν τον δρόμο ακούραστος σύντροφος είναι ο Μίκης Θεοδωράκης με το επαναστατικό του έργο. Αυτό το έργο αποτελεί αφετηρία και όραμα. Ξέρουμε ότι η ενίσχυση του λαϊκού κινήματος είναι όρος για την ενίσχυση της λαϊκής πάλης στα δύσκολα που έρχονται. Εχουμε μάθει να εμπιστευόμαστε την υπερδύναμη που λέγεται λαός οργανωμένος, έχουμε πίστη που εδράζεται στη γνώση και το συναίσθημα, δε θέλουμε τον λαό στη γωνία, να παρακολουθεί τις εξελίξεις μέσω των γνωστών «σωτήρων» που κατά χιλιάδες έχουν τώρα ξεφυτρώσει με αφορμή τις τοπικές εκλογές!

Η ενίσχυση των αγωνιστικών δυνάμεων παντού δίνει δύναμη στην πάλη του λαού, γι’ αυτό και τώρα απευθύνουμε κάλεσμα για αποφασιστική ενίσχυση της «Λαϊκής Συσπείρωσης» σε όλους τους δήμους και τις Περιφέρειες.

Με τη μαζική ενίσχυση των ψηφοδελτίων της «Λαϊκής Συσπείρωσης», ενισχύονται οι δυνάμεις της μαχητικής λαϊκής αντιπολίτευσης, απέναντι σε αντιλαϊκές κυβερνήσεις, απέναντι στα κόμματα που τις στηρίζουν και σε τοπικό επίπεδο με τους εκπροσώπους τους, απέναντι σε ΕΕ και οικονομικά συμφέροντα που όλοι τους μαζί υπηρετούν. Με την ψήφο στη «Λαϊκή Συσπείρωση» μπορούν να παίρνουν «ανάσες» οι εργαζόμενοι, ο λαός και η νεολαία τους.

Χωριά της Αρκαδίας επισκέφτηκε ο Δημήτρης Κουτσούμπας

Χωριά της ορεινής Αρκαδίας επισκέφτηκε το Σαββατοκύριακο ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας. Τον συνόδευσαν ο Τηλέμαχος Δημουλάς, μέλος της Γραμματείας της ΚΕ του Κόμματος, ο βουλευτής Νίκος Παπαναστάσης, ο Γραμματέας της Τομεακής Επιτροπής Αρκαδίας Αριστείδης Δαμαλάς, ο Γραμματέας του Συμβουλίου Περιοχής Πελοποννήσου και μέλος του ΚΣ της ΚΝΕ Παναγιώτης Κοσκινάς, ο περιφερειακός σύμβουλος Πελοποννήσου και μέλος της Επιτροπής Περιοχής Πελοποννήσου Νίκος Γόντικας και η υποψήφια δήμαρχος Γορτυνίας με τη «Λαϊκή Συσπείρωση» Λένα Βούλγαρη.

Το Σάββατο ο Δ. Κουτσούμπας επισκέφτηκε τη Βυτίνα και ξεναγήθηκε στο Λαογραφικό Μουσείο της από τον πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας, Φώτη Κατσούλια, ο οποίος του δώρισε βιβλίο με τίτλο «Η λαογραφία της Βυτίνας, ήθη και έθιμα». «Η ιστορική μνήμη και παράδοση κάθε γωνιάς της πατρίδας μας μένει ζωντανή και μέσα από τέτοια μουσεία, όπως αυτό εδώ στη Βυτίνα Αρκαδίας. Συγχαρητήρια σε όσους συμβάλλουν στη συντήρησή του και στην ανάδειξή του. Για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλαιότεροι. Μπράβο σας!», έγραψε ο Δ. Κουτσούμπας στο βιβλίο επισκεπτών του Μουσείου.

Ακόμα, επισκέφτηκε το μνημείο – άγαλμα του Μάνθου Πόταγα, του πρώτου εκτελεσμένου στην περιοχή από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, τον Μάη του 1941, ενώ στη συνέχεια περιηγήθηκε στη Δημητσάνα και στο ύψωμα της Αγίας Παρασκευής, όπου τον Αύγουστο του 1948 πραγματοποιήθηκε μάχη από την 3η Μεραρχία του ΔΣΕ.

Στο χωριό Λαγκάδια συναντήθηκε και με τον δήμαρχο Γορτυνίας Ευστάθιο Κούλη.

Την Κυριακή ο Δ. Κουτσούμπας βρέθηκε στη Στεμνίτσα, όπου συνομίλησε με κατοίκους και ενημερώθηκε για τη ζωή και τα προβλήματα της ευρύτερης περιοχής της ορεινής Αρκαδίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Στεμνίτσα λειτουργεί ακόμα και σήμερα η ιστορική Σχολή Αργυροχρυσοχοΐας.

Τέλος ο Δ. Κουτσούμπας επισκέφτηκε τις πηγές του Αγίου Γιάννη στη Δημητσάνα, όπου το νερό αρχίζει την «πορεία» του για το υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης που λειτουργεί στο χωριό, ενώ οι Κώστας Κανάκης και Βίκυ Δεληγιάννη, από το καλλιτεχνικό εργαστήρι «Arkadia Ego Studio», δώρισαν στον ΓΓ της ΚΕ έναν πίνακα με τη μορφή του Μάνου Λοΐζου (λαδοπαστέλ πάνω σε ξύλο).

    

Ενας χωροφύλακας και ο Σικελιανός…

Φτάνοντας στη Ζάτουνα πολλοί ήταν αυτοί που έσπευσαν να επισκεφθούν το παλιό σχολείο, που φιλοξενεί πλέον το Μουσείο «Μίκης Θεοδωράκης», να βρουν το σπίτι όπου έμενε ο Μίκης και να περιηγηθούν στο χωριό.

Παρούσα στην εκδήλωση ήταν και η επί δεκαετίες στενή του συνεργάτιδα, Ρένα Παρμενίδου. Με συγκίνηση μιλά με τον κόσμο, τον «ξεναγεί» στο χωριό. Μπροστά στο παραδοσιακό καφενείο που σύχναζε ο Μίκης με τους αστυνομικούς πάντα στο πλευρό του, η Ρ. Παρμενίδου μας μετέφερε σε μια χειμωνιάτικη μέρα του 1969…

Ο Μίκης μπαίνει στο καφενείο και ζητά να φωνάξουν όλο το χωριό για να τους κεράσει. Οι αστυνομικοί, αστειευόμενοι, τον ρωτούν αν παντρεύει κανέναν… Εκείνος τους απαντά: Σήμερα «πάντρεψα» τη μουσική μου με το έργο του Αγγελου Σικελιανού. Μόλις είχε ολοκληρώσει την «Αρκαδία V», το Πνευματικό Εμβατήριο σε ποίηση Σικελιανού.

Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,

ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο.

***

Στην εκδήλωση το «παρών» έδωσε και ένας από τους αστυνομικούς που βρέθηκαν στη Ζάτουνα προκειμένου να φρουρούν τον Μίκη. Ο Σπύρος Κλείδωνας βρέθηκε ξανά σε αυτό το μέρος ταξιδεύοντας από την Αργολίδα, θέλοντας να τιμήσει τη μνήμη του συνθέτη και έχοντας μαζί του γλυκά, προκειμένου, όπως εξήγησε, να συνεισφέρει με όποιον τρόπο μπορούσε και στο μεγάλο γεγονός της μέρας.

Συζητώντας με τον «Ριζοσπάστη» ο λογισμός του γυρίζει χρόνια πίσω, όταν πρωτοείδε τον Μίκη.

«Ημουν παιδί, ερχόμενος από το χωριό μου, απ’ τις πέτρες, σχεδόν ξυπόλητος, είδα μπροστά μου έναν ψηλό άνδρα, παλικάρι και με έπιασε τρέμουλο. Μου είχαν δώσει ένα αυτόματο “Τόμσον”, ούτε καλά καλά τη χρήση του δεν ήξερα. Στο χωριό υπήρχε μεγάλη κινητοποίηση. Πάνω από 30 χωροφύλακες. Η εντολή ήταν να μην μιλήσει ο Μίκης σε κανέναν.

Ακόμα τον θυμάμαι να κάνει σχέδια στο χώμα κρατώντας δυο μικρά ξυλάκια, καθώς περίμενε να πάμε στο σπίτι. Οπως ακόμα θυμάμαι την ηλιαχτίδα που φώτισε το πρόσωπό του, όταν τον πρωτοείδα…».

Ακόμα, θυμάται και ένα από τα πρώτα βράδια που τον φρουρούσε: «Βγήκαμε έξω από το σπίτι καλοκαίρι και τον φύλαγα. Ημασταν και οι δύο αμίλητοι. Κάποια στιγμή μου λέει, “κ. αστυφύλακα πέρασε η ώρα”, εννοώντας τον χρόνο που είχε για να μένει έξω, πάντα φρουρούμενος. “Ευχαριστώ για την σιωπηλή παρέα μας”, είπε και μπήκε ξανά στο σπίτι…».

Ο Μίκης τον ξεχώρισε γιατί τον είχε δει να διαβάζει βιβλία. «Ετσι κάπως ξεκινήσαμε να μιλάμε», μας ανέφερε χαρακτηριστικά. Ετσι, μέσα από τις κουβέντες τους άρχισε να συνειδητοποιεί την κατάσταση. «Κατάλαβα ότι πρέπει να είμαι ελεύθερος. Ηταν αυτό που λέμε ότι ο κρατούμενος επηρέασε τον φύλακά του, να καταλαβαίνει πώς έπρεπε να ζει».

Με τον Μίκη συναντήθηκαν, ξανά, 15 χρόνια αργότερα, σε μια συναυλία στην Επίδαυρο. «Πήγα να τον δω. Με γνώρισε, μιλήσαμε, συγκινηθήκαμε, έλεγε σε όλους την ιστορία μας…».

Κλείνοντας την κουβέντα μας ο Σπ. Κλείδωνας αναφέρει ότι πολλοί, κι άλλα κόμματα, είπαν ότι θα κάνουν εκδηλώσεις για τον Μίκη. «Τους είπα αν ήθελαν να με καλέσουν. Κανένας δεν το έκανε. Μόνο το ΚΚΕ με κάλεσε και ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό…».

    

«Ελευθερία είναι η ευθύνη… »

Σπουδαία εκθέματα στο Μουσείο «Μίκης Θεοδωράκης» στη Ζάτουνα

«Ελευθερία είναι η ευθύνη. Ελευθερία είναι να σκέφτομαι, να σχεδιάζω και να αποφασίζω κυριαρχικά σε κάθε περίπτωση μαζί με τους άλλους για μένα και για τους άλλους. Οταν ένας άλλος το κάνει αυτό για λογαριασμό μου – όποιος και όποιοι κι αν είναι – τότε εγώ δεν είμαι ελεύθερος. Γιατί ελευθερία είναι το δικαίωμα και η υποχρέωση να είμαι υπεύθυνος κάθε στιγμή σε κάθε περίπτωση. Ελευθερία είναι το χρέος. Μίκης Θεοδωράκης, Ζάτουνα 1968».

Αυτά τα λόγια του Μίκη Θεοδωράκη, με τα δικά του γράμματα, «καλωσορίζουν» τον επισκέπτη στο Μουσείο «Μίκης Θεοδωράκης» στη Ζάτουνα.

Χειρόγραφες σελίδες από το ημερολόγιο του Μίκη που περιγράφουν τα δύσκολα εκείνα χρόνια, αλληλογραφία, αλλά και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από όλη τη διαδρομή του συνθέτη συγκροτούν τα εκθέματα του Μουσείου, που φιλοξενείται στο παλιό σχολείο του χωριού, εκεί που φοίτησαν και τα παιδιά του Μίκη όταν ήταν εξόριστος.

Η μία αίθουσα του Μουσείου είναι αφιερωμένη στις «Αρκαδίες», που έγραψε ο Μίκης όταν ήταν εξόριστος στη Ζάτουνα. Ο επισκέπτης γίνεται «κοινωνός» της μεγάλης Τέχνης του Μίκη, εκείνης της Τέχνης που ακριβώς επειδή είναι από τον λαό, για τον λαό, ξυπνούσε και ξυπνάει «μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν» «τις μέρες που θα ‘ρχόντανε»… Οπως έγραψε ο Μανόλης Αναγνωστάκης και μελοποίησε ο Μίκης στον «Χάρη 1944», στην «Αρκαδία VIII», όπου αναφέρεται σε έναν νεαρό ΕΠΟΝίτη από τη Θεσσαλονίκη ο οποίος σκοτώθηκε το 1944.

Διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε ένα μήνυμα που έστειλε ο Μίκης το 1972 από την Ιταλία, απευθυνόμενος στην ελληνική νεολαία: «Ακολουθήστε τον δρόμο του Χάρη. Για να ξεχυθεί και πάλι το πλήθος αβάσταχτο στους δρόμους. Για να ανεμίσουν και πάλι οι σημαίες. Για να μαστιγώσει ξανά ο αέρας τα λάβαρα. Για να κυματίσουν ξανά μέσα στο χάος τραγούδια. Ο Χάρης ζει. Ο Χάρης ζει και τραγουδά. Φωνάζει άφοβα μπροστά στα μούτρα των τυράννων… Ο Χάρης παλεύει – ο Χάρης οργανώνεται και οργανώνει. Ο Χάρης χτυπά αδιάκοπα, ξέφρενα, αλύπητα. Ο Χάρης γνωρίζει ότι θα κατακτήσει τη λευτεριά του με το όπλο στο χέρι…».

Η άλλη αίθουσα είναι αφιερωμένη στη ζωή και στο έργο του, με πολλά εξώφυλλα δίσκων, αρκετά από αυτά σπάνια, να κεντρίζουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών.

 

Πηγή : Ριζοσπάστης 29 – 8 – 2023

Κοινοποιήστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *