ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΕΛΛΑΔΑ – ΤΟΥΡΚΙΑ
Η μάχη των ομίλων για διείσδυση στις βαλκανικές αγορές
Το τόξο Αιγαίο – Κύπρος – Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί τον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο εκδηλώνεται ο ανταγωνισμός της αστικής τάξης της Ελλάδας με αυτή της Τουρκίας. Η προσπάθεια της δεύτερης να διευρύνει τον ζωτικό της χώρο εκφράζεται με απαράδεκτες διεκδικήσεις σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.
Δεν είναι όμως αυτό το μοναδικό πεδίο ανταγωνισμού… Η περιοχή των Βαλκανίων βρίσκεται επίσης στο βεληνεκές των δύο αστικών τάξεων, με στόχο τη μεγαλύτερη διείσδυση σε αγορές, πηγές και δρόμους εμπορευμάτων και Ενέργειας.
Η επιθετική προσπάθεια της ελληνικής αστικής τάξης να εκμεταλλευτεί την ιδιότητά της ως το παλιότερο μέλος της ΕΕ στην Βαλκανική και ο αντίστοιχος σχεδιασμός της Τουρκίας, που διατηρεί παραδοσιακά ισχυρούς δεσμούς με κράτη της Βαλκανικής, προσθέτουν κομμάτια στο παζλ των μεταξύ τους ανταγωνισμών, που εκτείνονται από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τον Περσικό Κόλπο.
Το 2003, με τη Διακήρυξη της Θεσσαλονίκης, η Ελλάδα αναδείχθηκε σε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης των Βαλκανίων. Για την ελληνική αστική τάξη ο στόχος αυτός δημιουργούσε προϋποθέσεις για διεύρυνση της δράσης των ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων, πρόσβαση σε νέες αγορές, επέκταση των επενδύσεων και αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης ως διαύλου εμπορίου, μεταφορών και Ενέργειας.
Συνολικά η περιοχή αντιμετωπιζόταν ως χώρος οικονομικής επέκτασης και αναβάθμισης της περιφερειακής ισχύος της χώρας, ένα είδος «στρατηγικού βάθους» για τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου, με δεδομένη την ανισομετρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη, που βάθυνε περισσότερο μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές και όσα ακολούθησαν.
Αυτή η πορεία, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε γραμμικά. Η καπιταλιστική οικονομική κρίση περιόρισε τις δυνατότητες των ελληνικών ομίλων, επιτάχυνε αναδιαρθρώσεις και οδήγησε σε υποχώρηση της ελληνικής επενδυτικής παρουσίας από ορισμένες αγορές όπου τα προηγούμενα χρόνια είχε γίνει μεγάλη εξαγωγή κεφαλαίων. Δεν εξαφάνισε όμως τα συμφέροντα που είχαν οικοδομηθεί στην περιοχή, ούτε τη σημασία των Βαλκανίων για την ελληνική αστική τάξη.
Ο ανταγωνισμός επί του πεδίου αποκαλύφθηκε ανάγλυφα από το παρασκήνιο της απομάκρυνσης Γκιλφόιλ, καθώς συγκρούστηκαν δύο διαφορετικά επιχειρηματικά σχέδια υλοποίησης του Κάθετου Διαδρόμου: Ενα που ήθελε την Ελλάδα πύλη εισόδου του αμερικανικού LNG για τις αγορές των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης, και ένα άλλο που προωθούσε για τον ίδιο ρόλο την Αλβανία και την Τουρκία.
Οι αντιθέσεις δεν περιορίζονται βέβαια στα ενεργειακά δίκτυα και στους δρόμους μεταφοράς του αμερικανικού LNG, ούτε οι δύο χώρες είναι οι μοναδικοί και μεγαλύτεροι «παίκτες» στην περιοχή. Κάθε άλλο… Ο ανταγωνισμός τους όμως απλώνεται στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας στα Βαλκάνια, από την Ενέργεια, τη Βιομηχανία και τις Κατασκευές μέχρι τις τράπεζες, το εμπόριο και τις υποδομές. Ελληνικοί και τουρκικοί επιχειρηματικοί όμιλοι διεκδικούν μερίδια αγορών, επενδυτικές ευκαιρίες και στρατηγικές θέσεις, αξιοποιώντας τις οικονομικές σχέσεις, τις πολιτικές συμμαχίες και τη γεωγραφική θέση των δύο χωρών.
Η σύγκριση στις επιμέρους βαλκανικές οικονομίες αποτυπώνει το εύρος αυτής της αντιπαράθεσης.
Βουλγαρία
Η Βουλγαρία αποτελεί σημαντικό πεδίο δραστηριοποίησης ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων, με την παρουσία τους να ενισχύεται τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Βουλγαρικής Εθνικής Τράπεζας, το απόθεμα των ελληνικών άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) έφτασε τα 3,54 δισ. ευρώ το 2025, από 2,6 δισ. το 2023 και 1,7 δισ. ευρώ το 2022.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους ξένους επενδυτές στη Βουλγαρία, με τις καθαρές εισροές ΑΞΕ από ελληνικά κεφάλαια να καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση το 2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Βουλγαρικής Εθνικής Τράπεζας, οι καθαρές εισροές από την Ελλάδα ανήλθαν σε περίπου 477 εκατ. ευρώ, πίσω μόνο από την Ολλανδία. Ακολουθούν η Ιταλία με περίπου 316 εκατ. ευρώ και η Τουρκία με περίπου 301 εκατ. ευρώ.
Αντίστοιχα, η Τουρκία διατηρεί ισχυρή επιχειρηματική παρουσία στη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τουρκικές και βουλγαρικές κυβερνητικές αναφορές, οι τουρκικές επενδύσεις υπολογίζονται σε περίπου 2,7 έως 3 δισ. δολάρια, ενώ περισσότερες από 2.200 επιχειρήσεις με τουρκικό κεφάλαιο δραστηριοποιούνται στη χώρα, κυρίως στη μεταποίηση, στο εμπόριο, στις υπηρεσίες και στα logistics.
Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών καταγράφει επίσης 71 κατασκευαστικά έργα τουρκικών εταιρειών, συνολικής αξίας περίπου 2,1 δισ. δολαρίων. Παράλληλα ο διμερής εμπορικός όγκος Τουρκίας – Βουλγαρίας ανήλθε σε 7,7 δισ. ευρώ το 2024, αναδεικνύοντας τη σημασία των οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών.
Ρουμανία
Στη Ρουμανία υπάρχει επίσης έντονη επιχειρηματική παρουσία ελληνικών και τουρκικών ομίλων σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας. Σύμφωνα με στοιχεία του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι, το απόθεμα των ελληνικών ΑΞΕ ανήλθε σε περίπου 3,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην ένατη θέση μεταξύ των χωρών τελικής προέλευσης επενδυτικών κεφαλαίων. Περίπου 2.000 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων δραστηριοποιούνταν στη χώρα, με συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών 5,8 δισ. ευρώ και περίπου 20.000 εργαζομένους.
Ιδιαίτερο βάρος έχει η ελληνική παρουσία στην Ενέργεια, με καθοριστικό σταθμό την εξαγορά της «Enel Romania» από τη ΔΕΗ το 2023, έναντι περίπου 1,26 δισ. ευρώ. Μέσω της εξαγοράς ο ελληνικός όμιλος απέκτησε εκτεταμένη δραστηριότητα στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας και στη διανομή, ενώ παράλληλα αναπτύσσει χαρτοφυλάκιο έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης.
Σύμφωνα με το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, στη Ρουμανία πάνω από 19.000 τουρκικές επιχειρήσεις, ενώ εκτίμηση που παρουσίασε ο αντιπρόεδρος της Τουρκίας το 2024 ανέβαζε την αξία των επενδύσεων στα 7,5 δισ. δολάρια. Μεταξύ των σημαντικότερων ομίλων συγκαταλέγονται η «Ford Otosan», με βιομηχανική δραστηριότητα στην αυτοκινητοβιομηχανία, η «Arcelik» στον κλάδο των οικιακών συσκευών και η «Erdemir στη μεταλλουργία. Παράλληλα, τουρκικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην επεξεργασία ξύλου, στην παραγωγή εξαρτημάτων, στις τράπεζες, στο λιανεμπόριο και στις Κατασκευές.
Βόρεια Μακεδονία
Σύμφωνα με στοιχεία της Κρατικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Βόρειας Μακεδονίας για το τέλος του 2024, το απόθεμα των ελληνικών ΑΞΕ στη χώρα ανήλθε σε 869 εκατ. ευρώ, αντιστοιχώντας περίπου στο 10,2% του συνόλου και κατατάσσοντας την Ελλάδα στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών προέλευσης ξένων κεφαλαίων. Το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές προς τη χώρα ανήλθαν σε περίπου 986 εκατ. ευρώ, με τα καύσιμα και τα λιπαντικά να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος τους.
Το τουρκικό επενδυτικό απόθεμα διαμορφώθηκε σε περίπου 875 εκατ. ευρώ, με τις δύο χώρες να βρίσκονται ουσιαστικά στο ίδιο επίπεδο. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κάνει λόγο για περίπου 1.900 επιχειρήσεις και επενδύσεις της τάξης των 2 δισ. δολαρίων στη Βόρεια Μακεδονία.
Η δραστηριότητά τους εκτείνεται στις Κατασκευές, στη Μεταποίηση, στο Εμπόριο, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και στον Τουρισμό. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η TAV, η οποία διαχειρίζεται τα αεροδρόμια των Σκοπίων και της Οχρίδας. Σύμφωνα με δήλωση του Τούρκου υπουργού Εμπορίου το 2026 τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες είχαν ολοκληρώσει περίπου 45 έργα συνολικής αξίας κοντά στα 2 δισ. δολάρια.
Αλβανία
Η Τουρκία συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους επενδυτές στην Αλβανία, με το απόθεμα των άμεσων επενδύσεών της να ανέρχεται σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024, σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Αλβανίας. Μόνο το 2024 οι τουρκικές επενδυτικές εισροές έφτασαν τα 257 εκατ. ευρώ, καθιστώντας την Τουρκία τον μεγαλύτερο μεμονωμένο επενδυτή της χρονιάς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία τουρκικών κεφαλαίων σε κρίσιμους κλάδους της αλβανικής οικονομίας. Η «Banka Kombetare Tregtare» (BKT), με τουρκική ιδιοκτησιακή σύνδεση, κατείχε περίπου το 24,5% της τραπεζικής αγοράς στο τέλος του 2024, ενώ ο όμιλος «Kurum» έχει δραστηριοποιηθεί στη μεταλλουργία, στις εξορύξεις και στην Ενέργεια. Η οικονομική διείσδυση συνοδεύεται από στενές πολιτικές και διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Αγκυρας και Τιράνων. Ο διμερής εμπορικός όγκος έφτασε περίπου το 1 δισ. δολάρια το 2025, ενώ η συνεργασία επεκτείνεται στην «άμυνα», στην ασφάλεια και σε αναπτυξιακά προγράμματα.
Σύμφωνα με στοιχεία της αλβανικής στατιστικής υπηρεσίας INSTAT, το απόθεμα των ελληνικών άμεσων ξένων επενδύσεων ανερχόταν σε 258,1 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024, έναντι 231,1 εκατ. ευρώ το 2023 και 208,2 εκατ. ευρώ το 2022. Παράλληλα, περίπου 341 επιχειρήσεις ελληνικών ή μεικτών συμφερόντων δραστηριοποιούνταν στη χώρα, σύμφωνα με έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στα Τίρανα. Η παρουσία τους εκτείνεται στη Μεταποίηση, στις υπηρεσίες, στο Εμπόριο, στην Ενέργεια, στις Κατασκευές και στην Υγεία.
Σερβία
Στη Σερβία, ελληνικές επιχειρήσεις έχουν παρουσία στους κλάδους της Ενέργειας, του τσιμέντου, των ακινήτων και των ξενοδοχείων. Η ελληνική πρεσβεία στο Βελιγράδι αναφέρει πως στη Σερβία δραστηριοποιούνται περίπου 150 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, οι οποίες απασχολούν περισσότερους από 20.000 εργαζομένους. Οι συνολικές άμεσες ελληνικές επενδύσεις εκτιμάται ότι ανέρχονται σε περίπου 1,5 δισ., ενώ το σύνολο άμεσων και έμμεσων επενδύσεων υπερβαίνει τα 2,5 δισ.
Σύμφωνα με στοιχεία της τουρκικής πλευράς, περισσότερες από 1.300 τουρκικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στη Σερβία, ενώ η σερβική κυβέρνηση έχει αναφέρει ότι οι συνολικές τουρκικές επενδύσεις ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ. Τουρκικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία, στην αυτοκινητοβιομηχανία και στην παραγωγή εξαρτημάτων, στις Κατασκευές, στα δομικά υλικά, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και στον Τουρισμό. Παράλληλα, τουρκικοί κατασκευαστικοί όμιλοι έχουν αναλάβει έργα υποδομών.
Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία της Σερβίας, το διμερές εμπόριο μεταξύ Σερβίας και Ελλάδας το 2025 ανήλθε σε 883,9 εκατ. ευρώ. Οι σερβικές εξαγωγές προς την Ελλάδα διαμορφώθηκαν σε 345,1 εκατ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές από την Ελλάδα έφτασαν τα 538,8 εκατ. ευρώ. Σημαντική είναι και η ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων Σερβίας και Τουρκίας. Το 2025 οι σερβικές εξαγωγές προς την Τουρκία ανήλθαν σε περίπου 1,37 δισ. δολάρια, ενώ η Τουρκία συγκαταλεγόταν στους σημαντικότερους προμηθευτές της σερβικής αγοράς, με εξαγωγές αξίας σχεδόν 3 δισ. ευρώ.
Συμφέροντα που διασταυρώνονται και συγκρούονται
Η εικόνα που προκύπτει από τις πέντε βαλκανικές οικονομίες είναι ότι ο ανταγωνισμός ελληνικών και τουρκικών επιχειρηματικών ομίλων δεν εκδηλώνεται παντού με την ίδια ένταση, ούτε έχει ενιαία χαρακτηριστικά. Σε ορισμένες αγορές, όπως η Βόρεια Μακεδονία, τα επενδυτικά αποτυπώματα των δύο κρατών είναι σχεδόν ισοδύναμα, ενώ σε άλλες διαφοροποιούνται η έκταση των επενδύσεων και οι κλάδοι στους οποίους συγκεντρώνεται η δραστηριότητά τους.
Πίσω από τις επενδύσεις, τις εμπορικές συμφωνίες και τα σχέδια υποδομών βρίσκεται η προσπάθεια αναβάθμισης της θέσης των δύο χωρών στον περιφερειακό συσχετισμό, με όσα μέσα διαθέτει η κάθε αστική τάξη. Η μεν Ελλάδα αξιοποιεί τη συμμετοχή της στην ΕΕ και τη θέση της στα ευρωπαϊκά ενεργειακά και μεταφορικά δίκτυα, η δε Τουρκία το μέγεθος της οικονομίας της, την παραγωγική της βάση και τις διμερείς σχέσεις με βαλκανικές χώρες.
Η ελληνοτουρκική συνεργασία σε επιμέρους τομείς δεν αναιρεί τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο αγορών, υποδομών και διαύλων μεταφοράς εμπορευμάτων και Ενέργειας. Αντίθετα, οι οικονομικές σχέσεις αποτελούν πεδίο όπου διασταυρώνονται και συγκρούονται τα συμφέροντα των δύο αστικών τάξεων, στο πλαίσιο των ευρύτερων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή.
Δ. Μ.
Πηγή : Ριζοσπάστης 7 – 8 / 11 – 2026